Το Ψάρι

Το Ψάρι είναι ένα από τα περίφημα Σουλιμοχώρια ή Αρβανιτοχώρια της ορεινής Τριφυλίας που πρωτοκατοικήθηκαν από τους περίφημους Ντρέδες, απογόνους των πανάρχαιων Ιλλυριών Ελλήνων της Ηπείρου. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 220 μ. με ωραία θέα και ήπιο κλίμα και απέχει 5 περίπου χιλιόμετρα από το Δώριο. Η αρχική του θέση ήταν στο “Άνω Ψάρι”, που στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί του κατέβηκαν 4 χιλιόμετρα πιο κάτω στα πεδινά και δημιούργησαν το ”Κάτω Ψάρι”.

Κατά τον ιστορικό Κ. Σάθα (Μνημεία Ελληνικής ιστορίας) το χωριό Ψάρι, είναι από εκείνα τα οποία φέρουν το όνομα του Έλληνα ιδιοκτήτη τους.

Ο δρόμος, ίσιος, διασχίζει το χωριό. Δεξιά και αριστερά τα όμορφα δίπατα πέτρινα σπίτια με κήπους και λουλούδια. Στο πάνω μέρος η πλατεία του χωριού. Γύρω τα μαγαζιά, δύο καφενεία, δύο παντοπωλεία και ένα κρεοπωλείο – ταβέρνα. Στο δυτικό μέρος της πλατείας το ηρώο των πεσόντων, μεγαλόπρεπο και επιβλητικό.
Στη μαρμάρινη πλάκα η γυναίκα και μπροστά της αρχαίοι πολεμιστές, αγωνιστές του ’21 και του ’40. Στο κάτω μέρος η επιγραφή που λέει: «το ακατάβλητον Ελληνικόν μαχητικόν πνεύμα ανά την διαδρομή της ενδόξου ιστορίας της Ελλάδας».
Στα δεξιά η προτομή του οπλαρχηγού, αγωνιστή στρατηγού και αγνού πατριώτη Γιαννάκη Γκρίτζαλη που μαζί με τον πεθερό του Μητροπέτροβα, τον Αναστάσιο Τζαμαλή και άλλους ηγήθηκε στη Μεσσηνιακή επανάσταση.
Στην κεντρική πλατεία του χωριού είναι η εκκλησία της Αγίας Τριάδας (2η φωτ.) με τον πέτρινο καμπαναριό της. Άλλες εκκλησίες είναι: η Αγία Σωτήρα στο Κάτω μέρη, η Παναγία, ο Άγιος Νικόλαος στο Κολιότσι, ο Άγιος Νικόλαος Πετζιού, ο Άγιος Αθανάσιος, η Αγία Θεοδώρα που είναι και το νεκροταφείο του χωριού, ο Άγιος Ηλίας και η καινούργια εκκλησία στο Μετσίκι της Αγίας Άννας.
Το Κολιότσι (Άγιος Νικόλαος) είναι μικρός συνοικισμός του Ψαρίου. Είχε 30 οικογένειες. Από εκεί καταγόταν ο πρωθυπουργός της στρατιωτικής κυβέρνησης Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, ο οποίος πέθανε το 2000. Στο Κολιότσι, πριν από το 1940, λειτουργούσε μονοθέσιο Δημοτικό σχολείο με 60 – 70 μαθητές. Το σύνολο των μαθητών κατά το 1940 με 1942 έφταναν τους 400, ίσως και περισσότερους.
Από το Ψάρι κατάγεται και ο επί σειρά ετών πρώην βουλευτής και υπουργός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιάννης Χαραλαμπόπουλος.
Οι Ψαραίοι βέβαια δεν ήταν πρώτοι μόνο στον πόλεμο. Μεγάλη σημασία έδιναν και τα γράμματα. Στο Ψάρι λειτούργησε ένα από τα πρώτα δημόσια σχολεία στην ελεύθερη Ελλάδα. Στο Ψάρι με το από 31 Ιουλίου 1892 Βασιλικό Δ/γμα συστάθηκε σχολείο θηλέων για τα χωριά Ψάρι, Κλέσουρα και Χρυσοχώρι του Δήμου Ηλέκτρας (Φ.Ε.Κ. αριθ. φύλλου 263, 4 Αυγούστου 1892). Επίσης λειτούργησε και σχολαρχείο για αρκετά χρόνια.
Στη συνέχεια, στις απογραφές του Ελληνικού κράτους έχουμε: 1844 κατ. 840, 1861 κατ. 855, 1876 κατ. 1443, 1879 κατ. 1223, 1889 κατ. 1280, 1896 κατ. 1443, 1907 κατ. 1706, 1920 κατ. 1712, 1928 κατ. 1882, 1940 κατ. 1825 (Ψάρι 1541, Άνω Ψάρι 73, Κάτω Μέρη 104, Άγιος Νικόλαος 107), 1951 κατ. 1459 (Ψάρι 1297, Κάτω Μέρη 103, Άγιος Νικόλαος 59), 1961 κατ. 994 (Ψάρι 881, Κάτω Μέρη 82, Άγιος Νικόλαος 31), 1971 κατ. 683 (Ψάρι 622, Κάτω Μέρη 37, Άγιος Νικόλαος 24), 1981 κατοίκους 812 (Ψάρι 743, Κάτω Μέρη 39, Άγιος Νικόλαος 30), 1991 κατοίκους 539 (Ψάρι 457, Κάτω Μέρη 12, Άγιος Νικόλαος 70), 2001 κατ. 615 (Ψάρι 602, Άγιος Νικόλαος 13), 2011 κατ. 498 (Ψάρι 461, Άγιος Νικόλαος 13, Κάτω Μέρη 24).
Το 1836 (Φ.Ε.Κ. 80/28-12-1836) το Ψάρι, η Δημάντρα, το Σύρτζι (Σύρριζο), το Κλέσουρα (Αμφιθέα) και το Κατσούρα (Άνω Βασιλικό) ανήκουν στο Δήμο Ηλεκτρίδος, που δημιουργήθηκε με έδρα το Ψάρι.
Πρώτος δήμαρχος ήταν ο αγωνιστής του 1821, αξιωματικός Αντώνης Συρράκος. Το 1840 (Φ.Ε.Κ. 22/18-12-1840) καταργείται ο Δήμος Ηλεκτρίδος και το Ψάρι που ήταν η έδρα του, υπάγεται στο Δήμο Δωρίου με έδρα το Σουλιμά. Το 1906 η έδρα του Δήμου Δωρίου μεταφέρθηκε από το Σουλιμά στο Ψάρι.
Το 1912 με Β.Δ/γμα καταργούνται οι δήμοι και τα περισσότερα χωριά δημιουργούν τις δικές τους κοινότητες. Στο Ψάρι δημιουργείται η Κοινότητα Ψαρίου που λειτουργούσε μέχρι το 1998, οπότε με τη συνένωση των δήμων και κοινοτήτων το Ψάρι προσαρτήθηκε στο νέο Δήμο Δωρίου, ως 31-12-2010 (ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ). Από 1-1-2011 αποτελεί κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Δωρίου του νεοσύστατου Δήμου Οιχαλίας (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ).
Στον οικισμό Κάτω Μέρη σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε κάποτε μεγάλο κεφαλοχώρι. Εκεί υπάρχουν τέσσερις ερειπωμένες βυζαντινές εκκλησίες και αρκετοί τάφοι.
Φεύγοντας για το Άνω Ψάρι και τα χωριά της «Άνω Τριφυλίας», περνάς από το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Άννας που είχε χτίσει με δικά του έξοδα ο αείμνηστος Ψαραίος λαογράφος, ποιητής και λογοτέχνης Γεώργιος Παπαγεωργίου (1919-1995) και το είχε αφιερώσει στη γυναίκα του Άννα.
Νότια της εκκλησίας της Αγίας Άννας, κατεβαίνοντας το στρωμένο δρόμο με στουρναρόχωμα και σε απόσταση 800 μέτρων περίπου, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος «Μετσίκι». Εδώ βρέθηκαν δύο θολωτοί τάφοι Μυκηναϊκής εποχής, ήταν όμως συλημένοι.
Ο πρώτος τάφος είναι τοπικό δείγμα Ηπειρωτικού θολωτού τάφου της πρώιμης υστεροελλαδικής εποχής. Ο δρόμος μήκους 11 μέτρων είναι επενδεδυμένος με διπλή ξερολιθιά. Όλος ο τάφος καλυπτόταν από τύμβο επενδεδυμένο με πέτρες μέχρι το ύψος του άνω φλοιού του. Λίγα αγγεία και μικροευρήματα που βρέθηκαν στο εσωτερικό του δείχνουν το άλλοτε πλούσιο περιεχόμενο του μνημείου.
Η περιοχή αυτή, όπως φαίνεται από τα στοιχεία, κατοικείτο από την ύστερη εποχή του χαλκού.
Τα ήθη των κατοίκων είναι αγνά και αυστηρά και τα αναφερόμενα στα θρησκευτικά, πνευματικά, οικογενειακά και κοινωνικά έθιμα έχουν αποκλειστικά εθνικό χαρακτήρα.
Τα πανηγύρια, οι γάμοι, οι χοροί, οι ενδυμασίες, οι παροιμίες και τα παντός είδους τραγούδια τους: δημοτικά, του χορού, της τάβλας, της ξενιτιάς, τα κλέφτικα, του γάμου, της αγάπης, της στάνης και τα μοιρολόγια ακόμη που τους συνδέουν με την ιστορία, τις παραδόσεις, είναι ίδια με των γειτονικών χωριών.
Οι κάτοικοι του Ψαρίου ασχολούνταν ανέκαθεν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η κτηνοτροφία κατά βάση έθρεψε γενεές ανθρώπων ανά τους αιώνες στην περιοχή αυτή αλλά των γύρω περιοχών. Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ και έτσι τα υφιστάμενα προβλήματα της γεωργίας αλλά και της κτηνοτροφίας, οδηγούν τους νέους μακριά της περιοχής και η ύπαιθρος να ερημώνει. Έτσι βλέπουμε μεγάλες εγκαταλειμμένες εκτάσεις και απροθυμία νέων ανθρώπων να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία), παρά τα ευνοϊκά κίνητρα που παρέχονται κατά καιρούς από την πολιτεία.
Στο Ψάρι και γενικά στη γύρω περιοχή τα κυριότερα γεωργικά προϊόντα ανέκαθεν ήταν το καλαμπόκι, το κριθάρι, η βρώμη, η φακή, το κρασί και το λάδι. Το σιτάρι ήταν κατά βάση η κύρια τροφή για τον άνθρωπο.
Γενικά οι κάτοικοι του Ψαρίου σκέφτονται, συναισθάνονται και εκφράζονται ως απλοί και γνήσιοι πατριώτες, οι δε εκδηλώσεις και ενέργειες του λαϊκού τους πολιτισμού συνδέονται με την εθνική και θρησκευτική τους ζωή.
Ανάρτηση στο anodorio.blogspot
Σημ: Τις πληροφορίες έδωσε ο Λεωνίδας Γ. Θεοχάρης
Μετσίκι

Οι θολωτοί τάφοι στο Ψάρι Τριφυλίας

  Στο επιβλητικό ύψωμα Μετσίκι, φυσικά οχυρωμένη θέση με εποπτεία ως το Ιόνιο πέλαγος, έχουν εντοπιστεί δύο μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι.

   Η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε έναν από τους μεγαλύτερους θολωτούς τάφους της Μεσσηνίας τον θολωτό τάφο 1 που χρονολογείται στην περίοδο 1600-1400 π.Χ. Ο τάφος 1 καλυπτόταν από λιθεπένδυτο τύμβο, ενώ γύρω του υπήρχε αναλημματικός περίβολος. Λιθόχτιστη θόλος διαμέτρου 10μ. σκέπαζε τον ταφικό θάλαμο και δρόμος μήκους 11μ. οδηγούσε στην είσοδό του. Ο τάφος είχε συληθεί ήδη από την αρχαιότητα και μόνο τα λιγοστά ευρήματα μαρτυρούν το άλλοτε πλούσιο περιεχόμενό του.
  Ο δεύτερος τάφος σε απόσταση 100μ από τον τάφο 1 δεν έχει ερευνηθεί ακόμα. Ωστόσο διακρίνεται στη θέση του (in situ) το ανώφλι του. Από την επιφανειακή έρευνα της γύρω περιοχής μαρτυρείται ανθρώπινη δραστηριότητα από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους (2050π.Χ. -400μ.Χ. )

Ο πρώτος τάφος στο Μετσίκι είναι τυπικό δείγμα ηπειρωτικού θολωτού τάφου της πρώιμης ΥΕ εποχής. Ο δρόμος μήκους 11 μ. είναι επενδεδυμένος με διπλή ξερολιθιά. ‘Ολος ο τάφος καλυπτόταν από τύμβο επενδεδυμένο με πέτρες μέχρι το ύψος του άνω φλοιού του. Ο τύμβος διέθετε αναλημματικό περίβολο. Λίγα αγγεία και μικροευρήματα που βρέθηκαν στο εσωτερικό του δείχνουν το άλλοτε πλούσιο περιεχόμενο του μνημείου, το οποίο είχε συληθεί από την αρχαιότητα.

Σε απόσταση 100 μ. από αυτόν υπάρχει και ο δεύτερος τάφος με το μονοκόμματο in situ ανώφλι του.

Οι τάφοι στο Μετσίκι δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση σήμερα. Το στέγαστρο από λαμαρίνες που τοποθετήθηκε στον πρώτο τάφο έχει διαβρωθεί, ενώ στο δεύτερο τάφο τελευταία διαπιστώθηκαν λαθρανασκαφές (Εφημερίδα ΟΙ ΡΙΖΕΣ, Σεπτ.-Δεκ. 1999).

Βορειότερα από το ύψωμα Μετσίκι ερευνήθηκαν τρεις μικρών διαστάσεων θολωτοί τάφοι (διάμετρος θόλου 4-4,1 μ.) στη θέση “Αηλιάς” κοντά στο Χαλκιά, ένα επίσης στο Σουλιμοχώρι της ομώνυμης πεδιάδας, οι οποίοι απέδωσαν αρκετά ευρήματα της ΥΕ εποχής.

ΕΥΡΗΜΑΤΑ:

Κτερίσματα θολωτού τάφου.
Αγγεία καθημερινής χρήσης.
Αιχμές βελών από πυριτόλιθο. Ανήκαν πιθανόν στον οπλισμό νεκρού πολεμιστή.
Χρονολόγηση: -1500
Εργαλείο
Λεπίδες δρεπανιού από πυριτόλιθο,για γεωργικές ή οικοτεχνικές δραστηριότητες.
 Συνόδευαν τον νεκρό στη μεταθανάτια ζωή
Χρονολογική περίοδος: Ύστερη Εποχή του Χαλκού -1500
Ντρέδες...

H προσωνυμία ΝΤΡΕΣ έγινε ένδοξη και γνωστή σε όλο το Μοριά και έξω απ’ αυτόν στα πικρά χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα ένδοξα της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Ντρέδες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 15ου αιώνα στα βουνά ΝΔ του όρους Τετράζιo και χτίσανε τα χωριά Σουλιμά, Ψάρι, Κούβελα , Βλάκα (Χρυσοχώρι), Γκλιάτα, Κλέσουρα κ.α. και όλα μαζί ονομάστηκαν Σουλιμοχώρια.

Ντρες σημαίνει άντρας, αντρειωμένος, πολεμιστής, παλικάρι. Και πραγματικά παλικάρια φάνηκαν οι Ντρέδες, σκληροί και δυνατοί, φιλοπάτριδες και φιλελεύθεροι, με μπέσα και φιλότιμο. Από μικρά παιδιά μάθαιναν ν’ ανεμίζουν το γιαταγάνι, να σημαδεύουν αλάθευτα, να αντέχουν τον πόνο και τις κακουχίες.
Πολέμησαν τους Τούρκους σε κάθε βήμα τους, όχι μόνο στα χωριά τους, αλλά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, από την εποχή της εγκατάστασής τους, αργότερα στους Βενετοτουρκικούς πολέμους ως σύμμαχοι των Βενετών και τέλος το 1821.
Λέγεται ότι κυκλοφορούσαν πάντα οπλισμένοι και οι Τούρκοι δεν τους πείραζαν από φόβο για την οργή των συμπατριωτών τους. Οι Σουλιμοχωρίτες είχαν επιβάλει στην Τουρκική εξουσία και ένα ξεχωριστό τρόπο διοίκησής τους.
Είχαν μια αυτοδιοίκηση και ένα είδος στρατιωτικής ομοσπονδίας σαν τους Σουλιώτες.
Κάθε χωριό το διοικούσε μια επιτροπή από τους αρχηγούς των πρώτων στρατιωτικών οικογενειών, η οποία είχε και δικαστικά δικαιώματα.
Μια επιτροπή από αντιπροσώπους όλων των χωριών κανόνιζε τα κοινά, π.χ. βοσκότοπους, ποτιστικά νερά, εκστρατείες, άμυνα κλπ.
Λίγες περιοχές του Μοριά έβγαλαν τόσους πολλούς καπεταναίους, όσους τα Σουλιμοχώρια.
Από εδώ βγήκε ο Πέτρος Μπούας, που πολέμησε το 1450 τους Τούρκους σε όλο το Μοριά.
Οι Μπαλταίοι και οι Νταραίοι με τον μεγάλο οπλαρχηγό Μάρκο Ντάρα, ο περίφημος Δήμος Σουλιμιώτης που αναγνωρίστηκε αρχηγός όλων των κλεφτών του Μοριά, ο Ιωάννης Μέλιος και ο Κόλιας Πλαπούτας και άλλοι πολλοί.
Οι ντρέδες ήταν οπαδοί του Θ Κολοκοτρώνη, πήραν μέρος στον Β εμφύλιο και ηττήθηκαν. Τον καιρό της επανάστασης φάνηκαν και άλλοι διάσημοι οπλαρχηγοί όπως ο ονομαστός Δημήτρης Παπατσώρης με τους γιους του, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, πολλοί από την οικογένεια των Νταραίων και άλλοι πολλοί. Αρχηγός τους διετέλεσε και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης που πήρε μέρος στο αντιοθωνικό κίνημα του 1834. Ο Γκρίτζαλης ήταν φοβερός για την αγριότητά του.
Την επανάσταση στα Σουλιμοχώρια την είχαν καλά οργανώσει οι μυημένοι στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας Δημήτρης Παπατσώρης από το Σουλιμά, Αντώνης Ντάρας από το Ψάρι και Αλέξης από το Σιδηρόκαστρο. Οι Ντρέδες δεν περίμεναν τη μέρα του Ευαγγελισμού παρά ξεσηκώθηκαν από την προηγουμένη.
Οι Σουλιμαίοι με αρχηγό τους τον παπα-Δημήτρη Παπατσώρη συγκεντρώθηκαν στη μικρή εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη όπου ευλογήθηκαν τα άρματά τους και
έδωσαν τον όρκο. Το ίδιο έγινε και στο Κούβελα, στο Ψάρι και το Κλέσουρα. Στις 24 Μαρτίου όλοι οι Ντρέδες είχαν μαζευτεί στο σημερινό Αϊ Γιώργη με μια λευκή σημαία με την εικόνα του Αγ. Δημητρίου και τις λέξεις “Ελευθερία ή Θάνατος”, έτοιμοι να βαδίσουν εναντίον της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας). Εκεί τους βρήκε η επιστολή του Κολοκοτρώνη και του Παπαφλέσσα που τους καλούσε: “… οπλισθήτε με ανοικτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον των εχθρών της πίστεως και της πατρίδος … Σεις ασφαλίσατε τους Τούρκους και μίαν ώραν αρχύτερα ως λέοντες να τους ξεσχίσετε και να στείλετε εις τα τάρταρα του ‘Aδου…”
Την ίδια μέρα οι Τούρκοι της Αρκαδιάς τρομοκρατημένοι εγκατέλειπαν την πόλη και φεύγανε για τα κάστρα της Μεθώνης και της Πύλου.
Η κατάληψη της Αρκαδιάς ήταν η πρώτη από μια μακρά σειρά πολεμικών κατορθωμάτων για τους Ντρέδες. Πολέμησαν στα Φιλιατρά, στην Πύλο, στη Μεθώνη, στην Τριπολιτσά, στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια, αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ σ΄ όλη την Πελοπόννησο και στον ίδιο τους τον τόπο, στο Ψάρι, στο Λάπι, στον Αετό, μέχρι το Μάϊο του 1828 που χτυπήθηκαν με τον Ιμπραήμ στη θέση Γουβαλάρια. Είχαν προηγουμένως συμμαχήσει μαζί τους και 4000 Αλβανοί στρατιώτες του Ιμπραήμ, οι οποίοι δυσαρεστημένοι μαζί του αποστάτησαν και ενώθηκαν με τους Ντρέδες. Έτσι κατέφεραν ένα πολύ σημαντικό πλήγμα στον Ιμπραήμ και τον ανάγκασαν να αποχωρήσει άπρακτος από τα Σουλιμοχώρια.
Του προύχοντα, Φιλικού, επαναστάτη, βουλευτή και γερουσιαστή, Αθανάσιου Γρηγοριάδη, συγγραφέα του βιβλίου “Ιστορικαί Αλήθειαι”.
“Οι ορεινοί της Αρκαδίας, ιδία δε οι Σουλιμοχωρίται, ή Ντρέδες, ουδέποτε υπέκυψαν υπό ζυγόν, ή των Ενετών, ή και αυτών των Τούρκων.
Η κυρία αυτών ενασχόλησις, κατ’ εκείνους τους χρόνους, ήτο η άσκηση εις τα όπλα, η θήρα, η φροντίς των ποιμνίων, η αρπαγή και ο πόλεμος, όθεν οι Ντρέδες διετέλεσαν επί πολλά έτη τα φόβητρα εις τους εν Πελοποννήσω κατακτητάς.
Ήσαν οι μάλλον ανδρειότατοι, μαζιμώτατοι και ορμητικώτατοι πολεμισταί απάσης της Πελοποννήσου.
Αυτοδιωκούντο υπό είδους στρατιωτικής ομοσπονδίας και κατά φυλάς, υπό την επικυριαρχίαν της αρχαίας και ιστορικής οικογενείας των Παπατσωραίων,
εχόντων την έδραν αυτών εν τη κώμη Σουλιμά. (…) Η κώμη Σουλιμά εκτίσθη κατά το έτος 1400 παρά τινος διασήμου Αλβανού Μπέη Σουλιμάν Μπέη, ελθόντος εξ Αλβανίας, μετά 1600 Αλβανώφωνων χριστιανών και 200 Αλβανώφωνων γυναικοπαίδων. (…)
Κείται επί υψηλού και πετρώδους βουνού προς βορράν της Κυπαρισσίας.
Η κώμη αύτη, ένεκα της ορεινοτάτης τοποθεσίας της εθεωρείτο τότε φύσει οχυρά και απόρθητος, όθεν ουδέποτε πους εχθρικός επάτησεν το έδαφος αυτής.
Εκ του ονόματος της κώμης Σουλιμά, ωνομάσθησαν και τα λοιπά χωρία Σουλιμοχώρα, άτινα και αυτά ποτέ δεν επατήθησαν από τους Τούρκους, ή και τους Ενετούς.
Οι Ντρέδες ήσαν (…) θρήσκοι μέχρι δυσειδαιμονίας. Ηγάπων και ετίμων υπερβολικά τους γονείς των, τους αδελφούς και αδελφάς των, ως δε και τας γυναίκας των και τα τέκνα των, τους δε γέροντας εσέβοντο υπερμέτρως.
Πάντοτε ήσαν οπλισμένοι ως εν καιρώ μάχης, πολλάκις δε, εισερχόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας, ουδέποτε ηνοχλούντο παρά των Τούρκων, επειδή τους εφοβούντο.
Εν καιρώ πολεμικής περιστάσεως, οι Ντρέδες, συν γυναιξί και τέκνοις ωχυρούνται εν τη κώμη Σουλιμά και εμάχοντο δε, άνδρες και γυναίκες.
Πας Έλλην εγκληματίας, Τούρκος, ή και Αλβανός, καταφεύγων εις τα Σουλιμοχώρια, εθεωρείτο πλέον ελεύθερος από πάσης Τουρκικής καταδιώξεως.

Σουλιμοχώρια

Μετά τη συνθηκολόγηση των Τούρκων της Καλαμάτας πολλοί Μανιάτες πήραν λάφυρα και Τούρκικες περιουσίες και γύρισαν στη Μάνη να γιορτάσουν το γεγονός.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαζί με λίγους Μανιάτες προχώρησε για την Καρύταινα και προσπάθησε να δημιουργήσει το στρατόπεδο της Τριπολιτσάς.
Ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας και ο Φραντζής κατευθύνθηκαν προς την Κυπαρισσία για να συναντήσουν τους Ντρέδες.
Αυτό ήταν και το πιο οργανωμένο μάχιμο σώμα, οι Ντρέδες των Σουλιμοχωρίων.
Οι Ντρέδες με γενικό αρχηγό το Γιαννάκη Μέλιο είχαν ορίσει ως σημείο συνάντησης το Κεφαλάρι, τον σημερινό Αϊ Γιώργη δηλαδή.
Στον Αϊ Γιώργη συναντήθηκαν: οι Κουβελαίοι με τον Γιαννάκη Μέλιο και τα αδέρφια του, οι Ψαραίοι με τους Αντώνη και Γεώργιο Συρράκο, τον Αντώνη Ντάρα και το θρυλικό Γιαννάκη Γκρίντζαλη, οι Κλεσουραίοι με τους Γεώργιο Μεγάλη και Δήμο Τότση, οι Λαπαίοι με τους Τζουμάνηδες και Πανουσάκηδες, οι Ριπισαίοι με τους Μπαλταίους, οι Σουλιμαίοι με τον θρυλικό παπα-Δημήτρη και τους δύο γιους του.
Ο Παπαδημήτρης Τζώρης ή Παπατσώρης στις 24 Μαρτίου κάλεσε τους Σουλιμαίους Ντρέδες στο εκκλησάκι του Αϊ Δημήτρη και, αφού ο ίδιος τέλεσε θεία λειτουργία, ύστερα τους μετάλαβε και τους ευλόγησε τα όπλα και τη σημαία.
Στη συνέχεια ορκίστηκαν όλοι τους με τον όρκο «Λευτεριά ή Θάνατος». Αργότερα ο Δημήτριος Παπατσώρης ως αρχηγός οδήγησε τους Σουλιμαίους Ντρέδες στον Αϊ Γιώργη όπου συναντήθηκαν με τους Ντρέδες των άλλων χωριών.
Στις 24 Μαρτίου ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Τζοχαντάρης από το Χρυσοχώρι παρουσίασε μια επιστολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Παπαφλέσσα.
«Αδελφοί κάτοικοι της Αρκαδιάς! Η ώρα έφτασε, το στάδιο της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη . τα πάντα ιδικά μας και ο Θεός του παντός μεθ’ ημών έσεται .
μη πτοηθήτε εις το παραμικρόν. Σεις είσθε ατρόμητοι και των προγόνων μας απόγονοι . γενικώς οπλισθήτε με ανοικτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον των εχθρών της πίστεως και της πατρίδος. Εντός ολίγων ημερών φθάνομεν και ημείς με 10.000 στρατεύματα. Σεις σφαλείσατε τους Αρκαδίους Τούρκους και μίαν ώραν αρχήτερα ως λέοντες να τους ξεσχίσετε και να τους στείλετε στα τάρταρα του ‘Αδου. Μην καταδεχθήτε να σας κατηγορήση ο κόσμος και η ιστορία . αλλά ν’ απαθανατίσετε τα ονόματά σας και να διαμείνετε αιωνίως εις την αθάνατον δόξαν και σας ευχόμεθα υγείαν και ανδρείαν συνηνωμένοι με την ομόνοιαν και την πειθαρχίαν . τας δε πράξεις σας να μας γράφετε με πρώτον προς οδηγίαν και ησυχίαν μας.
23 Μαρτίου, πρώτον έτος της ελευθερίας.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος»
Στους Ντρέδες στήριζαν τις ελπίδες τους αλλά οι Ντρέδες δεν περίμεναν κανέναν, είχαν πάρει την απόφασή τους. Ο Φραντζής όμως έκανε περιοδεία για να βεβαιωθεί ότι το κίνημα ήταν σοβαρό. Ο αριθμός των Ντρέδων λέει πως ήταν 2000, ενώ άλλοι μιλούν για 3000.
Αυτό το γεγονός είναι αρκετό για να καταλάβουμε πως οι Ντρέδες από την πρώτη ημέρα κιόλας κινήθηκαν σε πανστρατιά. ‘Αφησαν τα πάντα για να πάνε να πολεμήσουν και όλα αυτά εθελοντικά και αυθόρμητα.
Με βάση αυτά που λέει ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Κολοκοτρώνης γράφει στην επιστολή του πως η ώρα για την ελευθερία και τη δόξα είχε φτάσει. Ο Θ. Κολοκοτρώνης τους ενθαρρύνει λέγοντάς τους πως είναι ατρόμητοι απόγονοι των προγόνων τους. Επίσης τους λέει πως σε λίγες ημέρες θα είναι και ο ίδιος κοντά τους με 10.000 στρατεύματα και κλείνει την επιστολή του.
Εκείνο το απόγευμα στις 24 Μαρτίου έφτασε στον Αϊ Γιώργη ο Πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος Φραντζής σταλμένος από τον Τούρκο Μπέη της Αρκαδίας Μπάσογλου με την εντολή να καθησυχάσει τους Ντρέδες. Στην τοποθεσία Κακόρεμα συνάντησε 150 Ντρέδες Ψαραίους που επικεφαλής είχαν τους Αντώνη Ντάρα και το Γιαννάκη Γκρίτζαλη και βρίσκονταν εκεί για να βοηθήσουν την Αρκαδιά σε περίπτωση που οι Τούρκοι, καθώς έφευγαν, προχωρούσαν σε σφαγές. Ο Φραντζής μάλιστα γράφει πως είχε μείνει κατάπληκτος από τον μεγάλο αριθμό των ενόπλων αγωνιστών. Τους είπε μάλιστα να μην σφάζουν Τούρκους που γύριζαν στα γύρω χωριά, αλλά δεν αναφέρει τίποτα για τον Γενικό Αρχηγό τους Γιαννάκη Μέλιο ούτε την πρωτοβουλία του Παπατσώρη.
Στον Αϊ Γιώργη μάλιστα ο Φραντζής έγραψε μια επιστολή στον Μπέη της Αρκαδιάς, ενώ το ίδιο βράδυ πήγε στον Αετό.
«Ενδοξότατοι Αγάδες, Σας χαιρετώ, ερωτών το ένδοξον χατήρ σερίφι Σας. Έφθασα εις το Κεφαλάρι του Σουλιμά, και ηύρα τόσα πράγματα, όσα δεν δύναμαι να σας περιγράψω ανέλπιστα, τα οποία μήτε εις όνειρόν μου ποτέ δεν το είδα.
Οι άνθρωποι εν γένει ετρελλάθησαν, και μήτε ηξεύρουν τι κάμνουν μήτε λόγια και ερμηνείας ακούουν από κανέναν . αλλά ποίος χαιρέκακος τους οδήγησε εις τοιαύτα, δεν ηδυνάμην να εξάξω . οι κάμποι και τα βουνά είναι γεμάτα από αρματωμένους ανθρώπους, και καθώς έφθασα εδώ, τους ήλθε γράμμα, το οποίον και εγώ το εδιάβασα μόνος μου και αυτό τους απετρέλλανε . τους γράφουν ότι αποσπερού ή ταχύ έρχονται ακόμη 10.000 ασκέρια, ότι εγέμισε η Μάνη και το Μαραθονήσι από καράβια . τα γράμματα εάν δεν ήθελα τα ιδή με τα ομμάτιά μου, κανένα πράγμα δεν επίστευα, δια τούτο, όσα και αν τους ωμίλησα, δεν εισακούομαι . περισσότερα δεν ημπορώ να τους ομιλήσω εις τα φούμαρα και εις το ξεμυάλισμα όπου ευρίσκονται, διότι φοβούμαι και τον εαυτόν μου . ήθελα, ενδοξώτατοι Αγάδες, να ήσθε κρυμμένοι εις κανένα μέρος να εβλέπατε, και αν επιστεύατε ποτέ ότι είναι ετούτοι οι Σουλιμοκολίται, ηθέλετε μείνει εκστατικοί . λόγια, πράγματα ακατανόητα και απερίγραπτα .δια τούτο λαμβάνω τόλμην να σας παρακαλέσω δια να μείνετε ήσυχοι νουθετούντες και όλους τους μικρούς ανθρώπους σας, μην τύχη και πειραχθή ο παραμικρότατος ραγιάς, διότι δεν ηξεύρω τι ημπορεί να ακολουθήση . εγώ αποσπερού κοιμούμαι εις τον Αετόν και ταχύ, ινς αλλάχ ανεβαίνω εις την Τριπολιτσάν, ίνα ιδώ τι γίνεται, και εκείθεν σας γράφω εις πλάτος τα πάντα. Τούτα και καλαίς αντάμωσαις να δώση ο μεγαλοδύναμος Θεός.
1821 Μαρτίου 25. Ο χαήρ δουβατζής σας Πρωτοσύγκελλος του Μητροπολίτου, Αμβρόσιος»
Την επόμενη μέρα πήγε στην Σκάλα Μεσσηνίας όπου συνάντησε τον Παπαφλέσσα και έτσι οι δύο τους πήγαν στην Κυπαρισσία στις 28 ή 29 Μαρτίου.

Η Μάχη στο Ψάρι 24 Απριλίου 1827

Φθάνοντας ο αντιστράτηγος ,του Ιμπραήμ Πασά, Ασάν Μπέης απέναντι απο το Ψάρι ξεκίνησε πεισματώδη μάχη με τους Ντρέδες αλλά παρόλο που οι στρατιώτες του έδειξαν ανδρεία και γενναιότητα δεν κατάφεραν να αντέξουν και υποχώρησαν στην πεδιάδα σε απόσταση μιας ώρας απο το Ψάρι , όπου και στρατοπέδευσε. Κατά την μάχη αυτή ο Γενικός αρχηγός Γρηγοριάδης με το Δ.Παπατσώρη και 1500 στρατιώτες ήταν οχυρωμένοι σε διάφορες οικίες στο Ψάρι.

Κατά διαταγή του Γρηγοριάδη ο αδερφός του Γεώργιος μαζί με τον Παπαθεοδώρου και τους Αδάμ και Αναγνώστη Παπατσώρη , Γιαννάκη Γκρίτζαλη, Κ.Μέλιον, Γεώργιου Συρράκου με 600 στρατιώτες οχυρώθηκαν δεξιά της κώμης Ψάρι επί τριών πετρωδών λόφων, οι δε αξιωματικοί Κούκιος, Πιπιλαίοι, Μπουντουραίοι, Αντώνιος Ντάρας, Αντώνιος Συρράκος με 500 στρατιώτες υπό τον οπλαρχηγό Γκότζη οχυρώθηκαν πίσω απο πέντε λοφάκια σε μικρή απόσταση απο τον λόφο που ήταν οχυρωμένος ο Γρηγοριάδης και οι άλλοι.

Όλοι τους απέκρουσαν την επίθεση με συνεχή τουφεκισμό ,ανάγκασαν 4 φορές σε υποχώρηση -αφού εισέβαλαν στην κώμη Ψάρι- το στράτευμα του Ασάν Μπέη και σκότωσαν και πλήγωσαν αρκετούς απο τους Αλβανούς οι οποίοι πολεμούσαν λυσσωδώς στους προμαχώνες των Αρκαδίων.

Η μάχη αυτή διήρκεσε 4 ώρες και οι απώλειες ήταν : 250 στρατιώτες, 11 αξιωματικοί νεκροί και 80 τραυματίες απο την πλευρά των εχθρών και 28 στρατιώτες με 3 αξιωματικούς και 9 πληγωμένους απο την πλευρά των Ελλήνων.

Οι Έλληνες κυρίευσαν 4 σημαίες , τύμπανα, 2 σάλπιγγες, 23 άλογα, και 1 τηλεβόλο το οποίο κυρίευσε ο Διαμαντής Πιπίλης με 30 Ντρέδες αφού κατέσφαξε 15 Αλβανούς αμυνόμενους λυσσωδώς για να σώσουν εκείνο το τηλεβόλο.

Αρίστευσαν οι : Γεώργιος Γρηγοριάδης, ο Αδάμ Παπατσώρης, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο Γκότζης, ο Αντώνης Συρράκος, ο Τσιανέτος Πιπίλης, και οι σημαιοφόροι Γιαννόπουλος, Γκουράτσος, και Κατσικάρης οι οποίοι πρώτοι με το ξίφος στο χέρι ξεχύθηκαν πηδώντας απο τον προμαχώνα τους εναντίων των εχθρών συμπαρασύροντας και τους υπόλοιπους Αρκαδίους.

Πηγή: Αθανάσιος Γρηγοριάδης Ιστορικαί Αλήθειαι.

Οι Αδικημένοι της ιστορίας

Επειδή πολλά έχουν ακουστεί για την επανάσταση του 1821 και σήμερα παρουσιάζεται μία ωραιοποιημένη ιστοριούλα ότι όλοι οι έλληνες ξύπνησαν την 25η Μαρτίου του 1821 και είπαν να διώξουν τον Τούρκο κατακτητή καλό είναι να μιλήσουμε και για κάποιους που δεν προσκύνησαν ποτέ και έλαβαν μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίων των Τούρκων από την υποδούλωση το 1453 μέχρι και την απελευθέρωση το 1821.

Στο πάνθεον των ηρώων αυτών ανήκουν και οι θρυλικοί Ντρέδες.
Έλληνες-Αρβανίτες χριστιανοί ορθόδοξοι οι οποίοι μετακινήθηκαν από την περιοχή της Ηπείρου στην οποία έμεναν αιώνες ολόκληρους στην ορεινή περιοχή της βόρειας Μεσσηνίας στα τέλη του 14ου αιώνα ύστερα από πρόσκληση των Δεσποτών του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνού και Θεοδώρου A’ Παλαιολόγου, προκειμένου να πυκνώσει ο πληθυσμός του τόπου που είχε μειωθεί από αρρώστιες και πολέμους.
Εγκαταστάθηκαν στους ορεινούς όγκους της Τριφυλλίας , όπου κι εκεί έφτιαξαν τα χωριά τους, που ονομάστηκαν Σουλιμοχώρια. Τα χωριά αυτά ήταν το Σουλιμά, το Ψάρι, το Χρυσοχώρι, ο Χαλκιάς, το Κούβελα, το Λάπι, το Κλέσουρα, το Ρίπεσι, το Πιτσά, το Κατσούρα κι η Αγριλιά.
Άγρια και πολεμική φυλή μετά την διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την κυριαρχία των Τούρκων δεν υπέκυψαν και λόγο της ανδρειοσύνης τους αυτής,
σε συνδυασμό με το δύσβατο της περιοχής που διάλεξαν να ζουν, κατάφεραν να αποκρούσουν όλες τις Τουρκικές προσπάθειες υποταγής τους. Έτσι είχαν μια ιδιότυπη αυτονομία όμοια με αυτή των Σουλιωτών και διοικούνταν από τους αρχηγούς-πολέμαρχους των προαναφερόμενων χωριών σε στυλ στρατιωτικής ομοσπονδίας. Ήταν επαγγελματίες στρατιώτες και πολέμησαν ως μισθοφόροι σε διάφορους πολέμους ανά τους αιώνες σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Γυμνάζονταν και εξασκούνταν στο τρέξιμο, στο λιθάρι στο σπαθί και το καριοφύλλι και αποτελούσαν μαζί με τους Μανιάτες τους πλέον εκπαιδευμένους και οργανωμένους στρατιωτικούς σχηματισμούς στην νότια Ελλάδα. Ήταν οι πλέον περιβόητοι κλέφτες της πελοποννήσου και τους έτρεμαν Τούρκοι και Έλληνες.
Πολλοί κλέφτες βρήκαν καταφύγιο στους Ντρέδες ενώ είχαν στενές σχέσεις με τον καπετάν Ζαχαριά, τους Κολοκοτρωναίους και άλλους προσφεροντάς τους κατάλυμα και συμμετέχοντας μαζί τους σε επιχειρήσεις εναντίων των Τούρκων. Μετά τον μεγάλο χαλασμό των κλεφτών του Μοριά ύστερα από τα ορλοφικά λόγω των συνεχών διώξεων των Τούρκων αναγκάστηκε σημαντικός αριθμός αυτών να μετοικίσει στην Σικελία μαζί με τις οικογενειές τους όπου μέχρι και σήμερα ακόμα διατηρούν την περηφάνια της καταγωγής τους και μιλούν ελληνικά και αρβανίτικα.
Επίσης την ίδια περίοδο πολλοί οπλαρχηγοί τους κατέφυγαν στην Ζάκυνθο όπου και εντάχθηκαν στα Ελληνικά στρατιωτικά τάγματα που διατηρούσαν στο νησί οι Μεγάλες Δυνάμεις όπως ο γενικός αρχηγός των Ντρέδων κατά την επανάσταση του 1821 καπετάν Γιαννάκης Μέλλιος ο οποίος έφερε τον βαθμό του ταγματάρχη του Αγγλικού στρατού.
Για να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους οι Ντρέδες ήταν Έλληνες Αρβανίτες από την περιοχή της Β. Ηπείρου και αποτέλούσαν μία από τις φάρες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στα τέλη του 14ου αιώνα. Την ακριβή τους πορεία από την Ήπειρο μέχρι την Μεσσηνία την ξέρουν μόνο οι ίδιοι αφού πολύ λίγα ιστορικά στοιχεία υπάρχουν για το που σταθμευσαν (Θεσσαλία κ.λ.π.) το σίγουρο πάντως είναι ότι κατέληξαν στην ορεινή βόρεια Μεσσηνία πέριξ του Τετράζιου όρους.
Δεν λεγόντουσαν Ντρέδες από πριν απλά κάποια στιγμή στο πέρασμα των αιώνων τους έμεινε αυτό το προσωνύμιο. Σύμφωνα με μία εκδοχή Ντρες σημαίνει αντρειωμένος, παλλικάρι, περήφανος, πολεμιστής ναι όλα αυτά μαζί. Κατά άλλους το Ντρες είναι παραφθορά του ονόματος Ανδρέας το οποίο και άνηκε σε κάποιον από τους γενάρχες τους. Υπάρχει και μία τρίτη άποψη που υποστηρίζει ότι το ΝΤΡΕΣ είναι παραφθορά του Δωριευς ονομασία που είχαν υιοθετήσει οι ίδιοι για τους εαυτούς τους λόγω της καταγωγής τους από το αρχαιο ελληνικό φύλλο των Δωριέων την οποία και διαφήμιζαν αφού δεν ήταν λίγοι αυτοί που αμφισβητούσαν την ελληνικότητά τους.
Είχαν ιδιότυπη αυτονομία κι αυτό διότι αφενός οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν για τα άγονα βουνά τους και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι οι Ντρέδες μπορούσαν να παραθέσουν ακόμα και 7.000 πολεμιστές απέναντι στους Τούρκους κάτι το οποίο θα τους δυσκόλευε πολύ ένεκα και του ανταρτοπολέμου τον οποίο θα έκαναν οι Ντρέδες. Το γεγονός ότι τον Μάρτη του 1821 οι Τούρκοι της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) έστειλαν τον Αμβρόσιο Φραντζή να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις των Ντρέδων αποδεικνύει ότι δεν υπήρχαν Τούρκοι αγάδες εγκατεστημένοι στα Ντρέδικα χωριά τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Επίσης πολύ γνωστο στην περιοχή είναι και το γεγονός της επίσκεψης τούρκου αξιωματούχου από την Αρκαδιά στο χωριό Κούβελα κάπου γύρω στο 1790. Ο Τούρκος φτάνοντας στο Κούβελα κατευθύνθηκε στην αγορά του χωριού και απαίτησε από όλους τους Κουβελαίους να τον προσκυνήσουν. Ο Γιαννάκης Μέλλιος μετέπειτα οπλαρχηγός και γενικός αρχηγός των Ντρέδων παιδί τότε έπαιζε με την φλογέρα του αγνοώντας επιδεικτικά τον Τούρκο. Ο Τούρκος θύμωσε και τον σφαλιάρισε με αποτέλεσμα ο Μέλλιος να τον σφάξει με το μαχαίρι του. Την ίδια τύχη είχε και η συνοδεία του Τούρκου από τους άλλους Ντρέδες.
Οι ντρέδες ήταν οπαδοί του Θ. Κολοκτρώνη κατά τον εμφύλιο πόλεμο και πειθαρχούσαν πάντα στους στρατιωτικούς κι όχι στους πολιτικούς (φαναριώτες, Κουντουριώτη κ.λ.π.) και αυτό το πληρώνουν ακόμη και σήμερα με την ανυπαρξία τους ιστορικά. Ο χρήστης Καρυτινός αναφέρει εσωτερικές έριδες ανάμεσα στους καπετάνιους των Ντρέδων κάτι το οποίο δεν ισχύει.
Ήταν οι πλέον ενωμένοι αγωνιστές και όλοι οι οπλαρχηγοί ήταν συγγενείς μεταξύ τους και εξ αίματος και εξ αγχυστίας αφού συχνοί ήταν οι γάμοι μεταξύ οικογενειών καπεταναίων.
Οι Ντρέδες είχαν την ατυχία να στερηθούν τον αρχηγό τους καπετάν Γιαννάκη Μέλλιο ταγματάρχη του αγγλικού στρατού ο οποίος φονεύθηκε από τον Παπαναστάση κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες μετά την κατάληψη της Αρκαδιάς το 1821. Οι Ντρέδες ως αντίποινα σκότωσαν τον Παπαναστάση και έκαψαν τα Φιλιατρά.Αυτό που απαξίωσε εντελώς τους Ντρέδες και τους διέγραψε από την νεώτερη ελληνική ιστορία ήταν το ότι με τον αρχηγό τους καπετάν Γιαννάκη Γκρίτζαλη επαναστάτησαν εναντίων της βαυβαροκρατίας το 1834 για τα συνταγματικά δικαιώματα των Ελλήνων και την αποκατάστση των αγωνιστών οι οποίοι είχαν παραγκωνιστεί από τους βαυβαρούς και βρίσκονταν στα όρια της ανέχειας και της φτώχιας. Λόγω της αποτυχίας του εν λόγω κινήματος ο μεγάλος αγωνιστής Γιαννάκης Γκρίντζαλης εκτελέστηκε δια τουφεκισμού και οι Ντρέδες εξαφανίστηκαν από την ελληνική ιστορία σαν να μην υπήρξαν ποτε.

Πηγή: Οι Αδικημένοι της ιστορίας Δημήτριου Αθανασόπουλου

Μεσσηνιακή Επανάσταση 1834

images

Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν
Η συνωμοσία εσχηματίσθη κατά τον φεβρουάριον, καθόσον εξάγεται ήδη από τα λεγόμενα παρά διαφόρων συνωμοτών. Από τις 27 του μηνός τούτου ο αποστάτης Κόλιας Πλαπούτας εσύναζε στρατιώτας εις του Μπέλεση. Στις 28 εξεκίνησε ο Μήτρος, αδελφός του για του Τζάχα, χωρίον της Ολυμπίας, με ολίγους.
Την 29 του ιδίου μηνός το εσπέρας εκινήθη ο Μήτρο Πέτροβας με τους Γαρατζαίους και τινάς άλλους των πέριξ χωρίων, άπαντας προς Ανδρούσαν.
Οι λαοί της Μεσσηνίας και της Μεγαλοπόλεως υπό τους αρχηγούς των Μήτρον Πέτροβαν, Μήτρον Αναστασόπουλον, Γκρίντζαλην, Κόλιαν Πλαπούτα και τον Αναστάσιον Κουλόχεραν, ευρίσκονται ήδη κατά Μεσσηνίαν, Ανδρίτζαιναν και Λεοντάρι και φοβερίζουν να εισβάλουν και ενταύθα.
Θεωρώ αναγκαίον να με εφοδιάση η Κυβέρνησις με ισχυροτέρας, πλέον εντεταμένας διαταγάς και οδηγίας, δια να δυνηθώ να ενεργώ αμέσως και χωρίς βραδύτητα τα χρέη μου και να εμψυχώσω επομένως τους ιδικούς μου και πιστούς εις τον θρόνον, διότι τοιαύτης φύσεως διαταγαί συμβάλλουν εις παρομοίας περιπτώσεις ως μία ένοπλος δύναμις.
Τρίπολις 4 Αυγούστου 1834
Ο Συνταγματάρχης Νομοεπιθεωρητής των Β. Στρατευμάτων
Κανέλλος Δεληγιάννης **
Η συγκίνηση και η οργή για τη σκηνοθετημένη δίκη και την άδικη θανατική καταδίκη των Πλαπούτα και Κολοκοτρώνη, φούντωσε τον αναβρασμό κατά της αντιβασιλείας και των Βαυαρών. Εκτός απ’ αυτά, η περιφρόνηση των αγωνιστών, τα αντιλαϊκά νομοθετήματα της αντιβασιλείας, η ξενοκρατία και η ακρίβεια. Η επανάσταση ξέσπασε τον Αύγουστο. Αρχηγοί της ο Κόλιας κι’ ο Μήτρος Γ. Πλαπούτας, ο Γιαννάκης Γκρίντζαλης, ο γέρο Μήτρο-Πέτροβας, ο Νικήτας Ζερμπίνης, ο Ασημάκης Στεργιόπουλος, ο Αναστ. Τζαμαλής, ο Μήτρος Αναστασόπουλος, ο Δημάκος Τζαβέλης, ο Νικολός Μποζινάκης, όλοι συμπολεμιστές, φίλοι και συγγενείς των Πλαπούτα και Κολοκοτρώνη.
Σκοποί της επανάστασης ήταν , «να φτηνήνη ο βίος, να διώξουν εν γένει τους Φαναριώτας, να δίδουν 10% στους δημητριακούς καρπούς, να καταργήσουν το φόρο των ποιμνίων όλων, να δίδουν εις μέν τας ιδιόκτητους αμπέλους 40 λεπτά το στρέμμα, εις δε τας εθνικάς 120 λεπτα, να τους δοθώσιν οι στρατιωτικοί βαθμοί, να αποδοθώσιν εις τους στρατιωτικούς όσα έχουν λαμβάνειν από εκδουλεύσεις, να μείνη ελεύθερος η υλοτομία εις έκαστον ανεμποδίστως, να θρονισθή ο βασιλιάς, να ελευθερωθούν οι στρατηγοί, να φύγουν οι Βαυαροί.». Η κατάθεση αυτή του αιωνόβιου Μήτρο Πέτροβα , βεβαιωμέμη επίσημα από τον Κανέλλο Δεληγιάννη, καταδείχνει ξάστερα το περιεχόμενο, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό.
Ήταν η πρώτη οργανωμένη ένοπλη εξέγερση ενάντια στον Όθωνα και το θεσμό της βασιλείας. Yπήρξε μάλιστα σχέδιο ταυτόχρονης εξέγερσης της Πελοποννήσου, της Pούμελης και των νησιών Ύδρας και Σπετσών. Αυτό, όμως, δεν έγινε, για το λόγο, ότι ανακλήθηκαν στη Βαυαρία δύο από τα μέλη της τριμελούς αντιβασιλείας και η εξουσία πέρασε στον Άρμανσμπεργκ, ενώ ένας άλλος λόγος ήταν, ότι σε κάποιες περιοχές της Στερεάς επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος από την κυβέρνηση Kωλέτη. Ορισμένοι, όμως, ξεκίνησαν την εξέγερση.
Στις 27 Iούλη 1834 η εξέγερση άρχισε από το χωριό Mπέλεσι, με πρωτεργάτη έναν πρώην οπλαρχηγό της επανάστασης του 1821, τον Aσημάκη Σεργιόπουλο. Oι εξεγερμένοι πέρασαν από αρκετά χωριά, στα οποία κατέλυσαν τις τοπικές αρχές, ενώ ενώθηκαν μαζί τους αρκετοί οπλισμένοι χωρικοί. O Kόλιας Πλαπούτας, με ομάδες ενόπλων χωρικών, όταν πέρασε από τα χωριά του Αλφειού, έδωσε μάχη με τους χωροφύλακες, τους νίκησε και κατευθύνθηκε προς την Ανδρίτσαινα, όπου ενώθηκε με το σώμα του αδελφού του Mήτρου Πλαπούτα και του Nικήτα Zερμπίνη, ανιψιού του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη. Tην άλλη μέρα κάλεσαν τους κατοίκους της Aνδρίτσαινας να ενωθούν μαζί τους.
Στις 29 Iούλη ο έπαρχος Oλυμπίας Λ. Kρεστενίτης, ανέφερε στο νομάρχη Mεσσηνίας Δ. Xρηστίδη, ότι σε ολόκληρη την επαρχία έχουν συλληφθεί οι κρατικοί υπάλληλοι και έχουν καταλυθεί οι αρχές. Tο ίδιο βράδυ ένοπλοι αγρότες από τα χωριά Σουλιμοχώρια και Ψάρι, μπήκαν κρυφά στην Κυπαρισσία, κρύφτηκαν σε σπίτια συνεργατών τους και, καθώς τις ίδιες ώρες, άλλοι οπλισμένοι αγρότες κατέλαβαν το φρούριο της πόλης, την άλλη μέρα, όλοι μαζί, ενώθηκαν με το σώμα του πρώην οπλαρχηγού της επανάστασης του 1821 Γκρίτζαλη και επιτέθηκαν στο κτίριο της νομαρχίας καθώς και στο σπίτι του βασιλικού εφόρου.
Στις 31 Iούλη ο νομάρχης, ο διευθυντής της νομαρχίας και ο βασιλικός έφορος οδηγήθηκαν στο χωριό του Γκρίτζαλη, Ψάρι, ως όμηροι και έμειναν εκεί μέχρι τις 11 Αυγούστου. Στην Κυπαρισσία οι εξεγερμένοι κατήργησαν όλα τα κρατικά όργανα, αντικαθιστώντας τα με μια άμεσα ανακλητή επιτροπή. Ταυτόχρονα, οι πρώην οπλαρχηγοί Mητρο Πέτροβας και A. Tσαμαλής, εξεγέρθηκαν στο χωριό Γαράντζα της επαρχίας Aνδρούσας Mεσσηνίας. Πέρασαν από διάφορα χωριά και κάλεσαν τους χωρικούς να συμμετάσχουν στην εξέγερση. Παντού τους υποδέχονταν με ενθουσιασμό. Κατέλαβαν την Aνδρούσα χωρίς μάχη και λεηλάτησαν το σπίτι του τοπικού ειρηνοδίκη, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει. Στο χωριό Aσλάν Aγά οι κάτοικοι, αρχικά, δεν δέχθηκαν τους εξεγερμένους, αλλά κατόπιν άλλαξαν γνώμη και έδιωξαν τη στρατιωτική δύναμη που στάθμευε εκεί. Tο ίδιο έγινε και στο χωριό Nησίο, στις 2 Aυγούστου. Στο χωριό Δερμπούνη 300 στρατιώτες άρχισαν ένα είδος πολιορκίας του χωριού, αλλά, όταν έμαθαν ότι έρχονται οι εξεγερμένοι, οι περισσότεροι απ’ αυτούς στράφηκαν ενάντια στους ανωτέρους τους και πέρασαν με το μέρος της εξέγερσης.
Στο μεταξύ, ο Mητρο Πέτροβας είχε ξεσηκώσει όλα τα χωριά της μεσσηνιακής πεδιάδας και σχεδίαζε να επιτεθεί στην Καλαμάτα. Άλλαξε, όμως, γνώμη, επιτέθηκε στην Ανδρίτσαινα, συνέλαβε το μοίραρχο και κατέλαβε την πόλη. Προχώρησε, με επιτυχία, στα χωριά των επαρχιών Γορτυνίας και Oλυμπίας. Στις 2 Αυγούστου κατέλαβε το χωριό Λεοντάρι και τη Μεγαλόπολη, χωρίς μάχη. Στις 4 Αυγούστου οι κάτοικοι της Δημητσάνας σταμάτησαν να υπακούουν στο στρατό, που απαίτησε να οργανωθεί η άμυνα της πόλης ενάντια στους εξεγερμένους και τα κρατικά όργανα κυνηγημένα αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Τρίπολη. Σχεδιαζόταν επίθεση και ενάντια στην Τρίπολη από τους εξεγερμένους, αλλά καθυστέρησε, παρ’ ότι είχαν καταληφθεί όλα τα γύρω χωριά.
Στις 7 Αυγούστου ο στρατηγός Σμαλτς, με 2.000 στρατιώτες, επιτέθηκε στους εξεγερμένους και τους απώθησε. Σε όλες τις μάχες που ακολούθησαν οι εξεγερμένοι ηττήθηκαν. Οι πρωτεργάτες της εξέγερσης επικηρύχθηκαν αντί του ποσού των 30.000 δραχμών ο καθένας. Αποφασίσθηκε, επίσης, ο αφοπλισμός των κατοίκων όσων χωριών πήραν μέρος στην εξέγερση, ενώ το χωριό Aσλάν Aγά πυρπολήθηκε. Αργότερα, όλοι οι πρωτεργάτες συνελήφθησαν.
Oι Γκρίτζαλης, Tζαμαλής και Mητρο Πέτροβας καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Οι δύο πρώτοι εκτελέστηκαν δύο ώρες μετά την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ του τρίτου η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολύχρονες φυλακίσεις, αλλά απελευθερώθηκαν με χάρη, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθωνας. Aλλά και το επόμενο χρονικό διάστημα οι αντιστάσεις στην Πελοπόννησο συνεχίσθηκαν. Το Δεκέμβρη του 1835 οι κάτοικοι του χωριού Ίσαρι της Μεγαλόπολης, αρνήθηκαν, μαζί με κατοίκους άλλων χωριών, να πληρώσουν φόρους και έδιωξαν τους κρατικούς εισπράκτορες.
Ογδόντα ένας βοσκοί στην επαρχία Μεθώνης, επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς υπαλλήλους, ενώ αφόπλισαν και συνέλαβαν δύο στρατιώτες ως ομήρους από ένα απόσπασμα που έσπευσε να τους συλλάβει. Tον Iούλη του 1836 αρκετά χωριά των δήμων Διλιμενείας και Aσωπού αρνήθηκαν να πληρώσουν τους φόρους και έδιωξαν με τη βία τους φοροεισπράκτορες, παίρνοντας τους, μάλιστα, και όσα χρήματα είχαν μαζί τους. Έπειτα οχυρώθηκαν σ’ έναν πύργο, για ν’ αντιμετωπίσουν την κυβερνητική στρατιωτική δύναμη που στάλθηκε ενάντιά τους.
Η μεγάλη αυτή Πελοποννησιακή επανάσταση, πού πήρε το όνομα Βλαχοεπανάσταση (των βλάχων = χωρικών, σε αντιδιαστολή των τσιοπέλων = αστών), δεν έχει περιγραφεί , αναλυθεί και κριθεί. Και όμως αποτελεί, σαν ένοπλη συνέχεια του ειρηνικού κινήματος Ρώμα – Πλαπούτα κατά της ξενοκρατίας και της φαυλότητας, μέγα κεφάλαιο της νεώτερης ιστορίας μας.
‘Ενα από τα οδυνηρότερα περιστατικά της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας αποτελεί η τύχη του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, οπλαρχηγού από το Ψάρι με πλούσια δράση στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Η περιφρόνηση προς τους παλαιούς αγωνιστές ήταν βέβαια ένα γενικότερο φαινόμενο τον καιρό της Βαυαροκρατίας, όμως στο πρόσωπο του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα, του Μητροπέτροβα και του Γκρίτζαλη βρήκε την ακραία εκδοχή της. Είναι γνωστή η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα και η καταδίκη τους σε θάνατο με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν επανάσταση εναντίον του (ανήλικου) βασιλιά Όθωνα. Πρωτεργάτης στις διώξεις αυτές στάθηκε ο πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη Ιω. Κωλέττης και η Αντιβασιλεία.
Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, που χωρίς μισθό, τιμές ή διακρίσεις μόναζε στο Ψάρι, αποφάσισε να ξεκινήσει επανάσταση με στόχους να φύγει η Αντιβασιλεία, να κηρυχθεί ενήλικος ο ‘Οθωνας και να αναλάβει τα καθήκοντά του, να απελευθερωθούν ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας και οι άλλοι φυλακισμένοι και να ικανοποιηθούν τα αιτήματα για αποκατάσταση των αγωνιστών του ’21. Η επαναστατική προκήρυξη ανέφερε ότι η επανάσταση αποσκοπούσε στο να ελευθερώσει την Ελλάδα από την καταπίεση και να υπερασπίσει την ορθοδοξία. Αναφερόταν επίσης στην έλλειψη Συντάγματος και στη βαριά φορολογία. “Απεφασίσαμε, έλεγαν, να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού”. Γνωστοποιούσαν στον ‘Οθωνα την καταδυνάστευση του λαού, την οικονομική εξαθλίωση των αγροτών, τις καταχρήσεις της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.
Η εκδήλωση και η εξέλιξη της εξέγερσης – Στρατιωτικές επιχειρήσεις
Η επανάσταση εκδηλώθηκε την Κυριακή 29 Ιουλίου 1834 με την κυρίευση από τον Γκρίτζαλη της Κυπαρισσίας, τότε πρωτεύουσας νομού. Ο Νομάρχης Δημ. Χρηστίδης, ο Μοίραρχος και ο Δημόσιος Ταμίας συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο ‘Ανω Ψάρι. Την ίδια μέρα κήρυξε επανάσταση στη Γαράντζα της τότε Επαρχίας Ανδρούσας ο 83χρονος παλαίμαχος οπλαρχηγός Μητροπέτροβας, πεθερός του Γκρίτζαλη, και στον ‘Αρι (Ασλάναγα) ο Αναστάσιος Τσαμαλής. Οι δυνάμεις του Μητροπέτροβα και του Τσαμαλή κατέλαβαν το Νησί (Μεσσήνη), που το εγκατέλειψαν οι κυβερνητικοί ζητώντας καταφύγιο στην ισχυρή φρουρά της Καλαμάτας.
Στην επανάσταση προσχώρησαν και τα αδέλφια Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας που ζούσαν στην Παλούμπα της Γορτυνίας και ο Νικήτας Ζερμπίνης και οι δυνάμεις τους κατέλαβαν την Ανδρίτσαινα. Στις 29 Ιουλίου ξεσηκώθηκαν ακόμη οι Δερμπουνιώτες (οι κάτοικοι του Λυκαίου Αρκαδίας). ‘Ετσι στις 4 Αυγούστου οι δυνάμεις του Γκρίτζαλη κατέλαβαν αμαχητί τη Μεγαλόπολη.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα πράγματα έδειχναν καλά για την επανάσταση. Τα κυβερνητικά στρατεύματα εξάλλου ήταν απασχολημένα με το κίνημα της Μάνης που είχε προηγηθεί. Όμως ο Κωλέττης έδρασε αποφασιστικά: κήρυξε στρατιωτικό νόμο στις επαναστατημένες περιοχές, αμνήστευσε τους επαναστάτες της Μάνης και πρόσφερε προαγωγές στους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, για να τους προσεταιριστεί, και έπεισε τον αντιβασιλέα ‘Αρμανσμπεργκ να απολύσει τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών Κων/νο Σχινά, ο οποίος σύμφωνα με την επαναστατική προκήρυξη της Κυπαρισσίας είχε θίξει το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων. ‘Ετσι οι Α. Λόντος, Δεληγιάννης και Σισίνης από Β. πρόλαβαν και εξασφάλισαν την άμυνα της Τρίπολης. Την ίδια στιγμή ισχυρές βαυαρικές δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος στην καταστολή του κινήματος της Μάνης με επικεφαλής το Βαυαρό συνταγματάρχη Σμαλτς και τους συνταγματάρχες Χατζηχρήστο και Θεόδωρο Γρίβα, καθώς και οι δυνάμεις του Κατσάκου, Τζανετάκη και Γιατράκου που προσχώρησαν στους κυβερνητικούς επιτέθηκαν κατά του Τσαμαλή και του Μητροπέτροβα στου Ασλάναγα (‘Αρι). Ο Τσαμαλής πιάστηκε αιχμάλωτος, ενώ ο Μητροπέτροβας κατέφυγε στη Γαράντζα, όπου παραδόθηκε στον Κανέλλο Δεληγιάννη.
Η σύγκρουση των επαναστατών (Γκρίτζαλης, Πλαπουταίοι, Ζερμπίνης) με τους κυβερνητικούς έγινε στις 7 Αυγούστου στο χωριό Σούλου έξω από τη Μεγαλόπολη. Η αριθμητική υπεροχή των κυβερνητικών ήταν συντριπτική και έτσι οι επαναστατικές δυνάμεις ηττήθηκαν και διαλύθηκαν. Ο Γκρίτζαλης τελικά παραδόθηκε πληγωμένος στο Γρίβα στη θέση Ξεροβούνι της Δημάνδρας στις 12 Αυγούστου 1834. Τις επόμενες ημέρες συνελήφθησαν και οι υπόλοιποι ηγέτες της εξέγερσης.
Θανατικές καταδίκες
Το ‘Εκτακτο Στρατοδικείο συνεδρίασε στην Κυπαρισσία και καταδίκασε σε θάνατο το Γιαννάκη Γκρίτζαλη. Η ποινή εκτελέστηκε ταχύτατα και πριν περάσουν δυο ώρες από την απόφαση ο Γκρίτζαλης σωριάστηκε νεκρός το Σεπτέμβριο του 1834. «’Αδικα πεθαίνω, αδέρφια, αγωνίστηκα για την Ελλάδα», αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.
Επίσης σε θάνατο καταδικάστηκαν από το Στρατοδικείο στην Πύλο ο Μητροπέτροβας και ο Τσαμαλής. Ο Τσαμαλής εκτελέστηκε αμέσως όπως και ο Γκρίτζαλης, μόνο ο Μητροπέτροβας πήρε χάρη λόγω της ηλικίας του. Οι υπόλοιποι επαναστάτες καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές κάθειρξης.
Τα δραματικά γεγονότα της Μεσσηνιακής εξέγερσης του 1834 δεν ήταν οδυνηρά μόνο για τους άμεσους πρωταγωνιστές τους. Συνετέλεσαν επίσης στο να συκοφαντηθούν γενικότερα οι Ντρέδες και να αποσιωπηθεί η δράση τους στην επανάσταση του 1821 από τους μετέπειτα ιστορικούς.

“Και οι πρόκριτοι μου λέγανε και οι πρόκριτοι μου λένε
μαρτύρα τον Κολιόπουλο και τον Κολοκοτρώνη
παιδιά πώς με περάσατε να ψευδομαρτυρήσω;
Μονάχος μου το σήκωσα (τo μπαϊράκι) με την παλιά καπότα
Ξήντα παράδες το σφακτό, δύο γρόσια το μοσχάρι
και τρία γρόσια τ’ άλογο, ποιος θες να υποφέρει;”
Γιαννάκης Γκρίτζαλης και οι Ντρέδες

Γεννήθηκε το 1791 στο Ψάρι Τριφυλίας (της τότε Αρκαδιάς).
Γιος του Δημήτρη Γκρίτζαλη, ο οποίος πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 1790, αφήνοντας το Γιαννάκη και τα δυο αδέλφια του ορφανά σε πολύ μικρή ηλικία. Ο μικρός μάλιστα γιος ήταν αβάπτιστος και πήρε – όπως συνηθίζεται στην περιοχή – το όνομα του εκλιπόντος πατέρα του. Η μητέρα του Αρετή, καταγόταν από το Κούβελα και ήταν αδελφή του γνωστού κλέφτη, λοχαγού του Αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο και αρχηγού των Ντρέδων κατά την έναρξη της επανάστασης, Γιαννάκη Μέλιου, ο οποίος πέραν από θείος του Γιαννάκη, ήταν και προστάτης των ορφανών και νονός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη.
Η γυναίκα του Γιαννάκη, Γιαννούλα ήταν κόρη του θρυλικού κλέφτη και οπλαρχηγού Μητροπέτροβα από τη Γαράντζα. Με τη Γιαννούλα ο Γιαννάκης ήταν λογοδοσμένος πριν το 1821 και φαίνεται ότι την παντρεύτηκε στην αρχή της επανάστασης. Γι’ αυτό και εμφανίζεται, σε ιστορικά κείμενα , από τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια, ως γαμπρός του Μητροπέτροβα, με τον οποίο και υπήρξε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, συμπολεμιστής.
Ο Γιαννάκης είχε δυο γιους, τον Δημήτρη που έφερε το όνομα και των δυο παππούδων του και τον μικρότερο Γιώργη.
Προεπαναστατικά τον Γιαννάκη και τον μικρότερο αδελφό του το Δημήτρη τους βρίσκουμε για μερικά χρόνια εγκαταστημένους στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Δημήτρης ασχολείτο με το εμπόριο σιτηρών, μεταξύ Οδησσού και Πόλης. Εκεί φαίνεται ότι μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία και ο Γιαννάκης από το 1818 και μετά έπαιζε ρόλο συνδέσμου, μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Ζακύνθου και των οπλαρχηγών της ορεινής Μεσσηνίας, μεταξύ των οποίων και ο πεθερός του Μητροπέτροβας. Εξαιτίας αυτής του της δράσης ορισμένοι ιστορικοί τον συγκαταλέγουν μεταξύ των κλεφτών της περιοχής.
Η συμμετοχή και συνεισφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα της παλιγγενεσίας, είναι γνωστές και ιστορικά τεκμηριωμένες. Αρκεί να σημειωθεί ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στο Βαλτέτσι, την Άλωση της Τριπολιτσάς και τα Δερβενάκια που τον καθιέρωσαν ως οπλαρχηγό πρώτης γραμμής. Μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς ονομάστηκε το 1823 χιλίαρχος σε ηλικία 32 ετών και ήταν ο νεότερος σε ηλικία χιλίαρχος μεταξύ των οπλαρχηγών του Αγώνα. Τον βαθμό αυτό τον πήρε στο πεδίο της μάχης και όχι με άλλα κριτήρια όπως δινόταν στη συνέχεια οι βαθμοί και κυρίως κατά τον εμφύλιο του 1825.
Ο Γιαννάκης όπως και ο Μητροπέτροβας υπήρξαν άξιοι και πιστοί φίλοι του Κολοκοτρώνη και για το λόγο αυτό φυλακίστηκαν μαζί του, κατά τον εμφύλιο πόλεμο του 1825, στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, από την Κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη και λοιπών. Η φυλάκιση τους, όπως είναι πλέον ιστορικά αποδεδειγμένο και απ’ όλους αποδεκτό, αποτέλεσε την ευκαιρία και αφορμή της απόβασης του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, με όλα τα γνωστά και οδυνηρά επακόλουθα.
Αποφυλακισθέντες, στα τέλη Μαΐου, επειδή ο λαός ζητούσε τους φυσικούς ηγέτες και χωρίς καμία πικρία ή μνησικακία ανέλαβαν πάλι τη γνωστή αγωνιστική τους δράση, συγκινώντας το φιλελληνικό κίνημα και τα ανακτοβούλια της Ευρώπης, επειδή έδειξαν ότι οι Έλληνες πράγματι επιθυμούν και αξίζουν την ελευθερία τους.
Η αγνή και άδολη αυτή συμπεριφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και του Μητροπέτροβα, όπως και ο πρωταγωνιστικός τους ρόλους στους αγώνες κατά του Ιμπραήμ, αποτέλεσαν παραδείγματα ηρωισμού και πατριωτισμού μεταξύ των μαχόμενων Ελλήνων και κυρίως μεταξύ των συμπατριωτών τους. Γι’ αυτό και η Μεσσηνία είναι από τις λίγες περιοχές που δεν εμφανίστηκε το θλιβερό φαινόμενο των «προσκυνημένων».
Μετά το Ναυαρίνο, ένα άλλο οδυνηρό και καθοριστικό, για την μετέπειτα ιστορία του τόπου, γεγονός υπήρξε, η δολοφονία του Καποδίστρια.
Η έλευση του Όθωνα, σε ηλικία μόλις 18 ετών και η επιτροπεία του από τους αντιβασιλείς δρομολόγησαν για τη χώρα καινούρια δεδομένα και αποτελούν θλιβερές σελίδες της νεότερης ιστορίας. Και μόνο το γεγονός της καταδίκης σε θάνατο παρ’ ολίγον εκτέλεσης των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα αρκεί να αποδείξει τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας αυτή την εποχή. Εάν εκτελείτο ο Κολοκοτρώνης η Πατρίδα μας θα κουβαλούσε στους αιώνες το στίγμα της ντροπής και της αχαριστίας.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και με τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα φυλακή, αγωνιστές όπως Γκρίτζαλης και Μητροπέτροβας, δεν μπορούσαν να μένουν απαθείς θεατές. Γι’ αυτό και τέθηκαν επικεφαλής της γνωστής Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834, η οποία, λόγω και των αιτημάτων φορολογικού και θεσμικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονταν στις προκηρύξεις τους θεωρείται ως η πρώτη κοινωνική Επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία.
Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των αιτημάτων, πέραν της αποφυλάκισης των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά και εκχώρηση Συντάγματος. Η συμμετοχή δε σ’ αυτήν και η φυλάκιση του Δημητρίου Καλλέργη, θεωρείται από πολλούς ιστορικούς, μεταξύ των οποίων και ο Γεώργιος Ρούσσος ως προπομπός της επανάστασης του 1843. Για πολλούς όμως είναι άγνωστο το πότε και από ποιους ζητήθηκε για πρώτη φορά εκχώρηση Συντάγματος.
Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο σημαντικότερος αρχηγός της Μεσσηνιακής επανάστασης, φέρεται να αρνείται την ανάμειξη των φυλακισμένων στρατηγών Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα στην εξέγερση και επικαλείται ως λόγο για τον ξεσηκωμό των χωρικών την αβάσταχτη φορολογία.
Στις 29 Ιουλίου 1834 τέσσερα οργανωμένα κινήματα σε τέσσερα διαφορετικά σημεία της Μεσσηνίας και της Αρκαδίας έλαβαν χώρα, ταυτόχρονα.
Επικεφαλής του πρώτου ήταν ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο οποίος είχε συγκεντρώσει από τα χωριά Σουλιμά και Ψάρι Τριφυλίας 200 πολεμιστές και με αυτούς μπήκε αθόρυβα, τα μεσάνυχτα, στην Κυπαρισσία. Οι επαναστάτες κρύφτηκαν την νύχτα εκείνη στα σπίτια διάφορων Ναπαίων που ήταν μυημένοι στην συνωμοσία και το πρωί της επομένης ημέρας συνέλαβαν πρώτα τον νομάρχη Δ. Χρηστίδη και τον μοίραρχο Κυπαρισσίας Αντώνη Μαυρομιχάλη, κατέλυσαν όλες τις αρχές και κατόπιν διακήρυξαν στο λαό της πόλης τους επαναστατικούς σκοπούς των.
Ο Γκρίτζαλης διακήρυξε ότι το κίνημα απέβλεπε στην κατάργηση της Αντιβασιλείας και την άμεση ανάληψη της βασιλικής εξουσίας από τον Όθωνα. Δήλωσε ακόμη ότι η επανάσταση είχε σκοπό να εμποδίσει την υπονόμευση της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τους αλλόθρησκους αντιβασιλείς και διέδωσε συνάμα ότι το κίνημα είχε προεξοφλήσει την συγκατάθεση και την βοήθεια της Ρωσίας. Τέλος για να επιτύχει και την σύμπραξη του αγροτικού κόσμου, υποστήριξε ότι ένα άλλο κίνητρο της εξέγερσης ήταν η καταθλιπτική φορολογία που είχε επιβληθεί στους γεωργούς και οι ληστρικές μέθοδοι με τις οποίες εισπράττονταν οι φόροι από τους ενοικιαστές των, όλους ευνοουμένους του καθεστώτος.
Τα ποικίλα αυτά συνθήματα, παρότρυναν το λαό της Κυπαρισσίας, ο οποίος εκδηλώθηκε υπέρ των επαναστατών και ο Γκρίτζαλης συγκέντρωσε 300-400 οπλοφόρους, κινήθηκε προς τις γύρω περιοχές για να ξεσηκώσει κι άλλες κωμοπόλεις και χωριά. Τον ακολουθούσαν και πολλοί χωρικού οπλισμένοι μόνο με μαχαίρια, δρεπάνια, τσουγκράνες και ραβδιά. Το κίνημα έπαιρνε έκταση και αποκτούσε λαϊκή υποστήριξη.
Την ίδια μέρα, στη Γαράτζα, ο περίφημος οπλαρχηγός και πεθερός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη Μητροπέτροβας, κήρυξε επανάσταση με τα ίδια συνθήματα. Το τρίτο κίνημα εκδηλώθηκε, πάντα την ίδια ημέρα, στην Παλούμπα Μεσσηνίας (Αρκαδίας), από τους Κόλια και Μήτρο Πλαπούτα, ανηψιούς του εγκάθειρκτου στρατηγού Πλαπούτα. Μια στάση εκδηλώθηκε από τον οπαρχηγό Αναστάση Τζαμαλή, στα Ασλάναγα Μεσσηνίας (σημερινό Άρι), ο οποίος ενώθηκε με τον Μητροπέτροβα και από κοινού χτύπησαν τις κυβερνητικές δυνάμεις που υπεράσπιζαν το Νησί της Καλαμάτας. Μια Πέμπτη εξέγερση σημειώθηκε στο Δερμπούνι Αρκαδίας. Εκεί οι επαναστάτες συνάντησαν ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις που ήσαν υπό τις διαταγές του μοιράρχου Φλέσσα, αδελφού του Παπαφλέσσα. Στην αψιμαχία που δόθηκε επικράτησαν οι κυβερνητικοί, στο μεταξύ όμως έφτασε ο Γκρίτζαλης με το ισχυρό του σώμα, και τότε οι οπλοφόροι του Φλέσσα προσχώρησαν όλοι στους επαναστάτες, εκτός του αδελφού του Παπαφλέσσα που ξέφυγε και κατέφυγε καταδιωκόμενος στην Μεγαλόπολη. Ο Γκρίτζαλης βάδισε κατά της Μεγαλόπολης, αποφασισμένος να δώσει αποφασιστική μάχη. Αλλά οι Βαυαροί, που υπεράσπιζαν την πόλη με δύο λόχους και απόσπασμα ιππικού, εγκατέλειψαν αμαχητί και η πόλη καταλήφθηκε από τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη στις 4 Αυγούστου.
Η επανάσταση απλωνόταν, επικρατούσε. Μέσα σε μια εβδομάδα οι στασιαστές είχαν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη σχεδόν την Μεσσηνία και την Αρκαδία. Τα κυβερνητικά στρατεύματα και οι αρχές έφευγαν από παντού και στην έδρα της αντιβασιλείας επικρατούσε ήδη ταραχή μεγάλη και αμηχανία.
Για την καταστολή της ανταρσίας διατέθηκαν ισχυρότατες δυνάμεις, με επικεφαλή τον Αρχιστράτηγο Σμαλτς. Ο Κωλέττης επιστράτευσε και τον ονομαστό οπλαρχηγό Γαρδικιώτη Γρίβα, καθώς και τον Πελοποννήσιο αρχιπρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη, ο οποίος, για την περίσταση ονομάστηκε συνταγματάρχης. Επίσης εστάλησαν κατά των επαναστατών οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Κατσάκος Μαυρομιχάλης, Τζουσιάκος, Γιατράκος και άλλοι, Βαυαρικά και Ελληνικά στρατεύματα – από Ρουμελιώτες και Μανιάτες ιδίως – έλαβαν μέρος στην εκστρατεία. Χωρίστηκαν σε δύο φάλαγγες. Η μία υπό τον Κατσάκο, με δύο χιλιάδες πολεμιστές πολεμιστές, εβάδισε κατά των επαναστατών της Μεσσηνίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Μητροπέτροβας και ο Τζαμαλής. Κατά την μάχη που δόθηκε επικράτησαν πλήρως τα κυβερνητικά στρατεύματα. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν και ασύντακτοι διεσκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και ο Τζαμαλής συνελήφθηκε και ο Μητροπέτροβας παραδόθηκε.
Το δεύτερο κυβερνητικό σώμα υπό τον Χατζηχρήστο και τον Γαρδικιώτη Γρίβα κινήθηκε κατά των επαναστατών της Αρκαδίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, οι αδελφοί Πλαπούτα και ο Ζερμπίνης. Στο χωριό Σούλου, κοντά στην Μεγαλόπολη, συγκρούστηκαν τα δύο στρατεύματα, όπου κι εδώ επικράτησαν οι κυβερνητικοί. Σκοτώθηκαν 50 επαναστάτες και ισάριθμοι κυβερνητικοί. Τελικά οι επαναστάτες υποχώρησαν και διαλύθηκαν. Ο Γκρίτζαλης, με 300, εξακολουθούσε τον αγώνα, καταδιωκόμενος όμως από τόπο σε τόπο. Τελικά παραδόθηκε στον Γρίβα κι αργότερα παραδόθηκε και ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη Ζερμπίνης, συνελήφθηκαν και οι αδελφοί Πλαπούτα. Η επανάσταση είχε κατασταλεί και ύστερα ακολούθησαν οι δίκες των αρχηγών της στάσης.
Έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον Άγγλο Θωμά Γκόρντον και μέλη τον συνταγματάρχη Π. Γιατράκο, τον αντισυνταγματάρχη Σπυρομήλιο και τους δικαστές Φ. Φραγκούλη και Αν. Λόντο συγκροτήθηκε, με έδρα την Κυπαρισσία, όπου είχε εκραγεί η ανταρσία. Εισαγγελέας ορίστηκε ο Δ. Σούτσος, ο γαμπρός δηλαδή του περιλάλητου υπουργού Σχινά, και ένας από τους δικαστές που είχαν καταδικάσει σε θάνατο τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σπυρομήλιος που ήταν τώρα «στρατοδίκης» είχε συληφθεί πριν ένα χρόνο μαζί με τον Κολοκοτρώνη, ως συνένοχός του στην υποτιθέμενη συνωμοσία. Είχε μείνει στην φυλακή εννέα μήνες, αλλά τελικά τον αποφυλάκισε ο Κωλέττης για να τον ορίσει τώρα δικαστή των άλλοτε ομοφρόνων του.
Πρώτος δικάστηκε ο Γκρίτζαλης «ο γενναιότερος και δραστηριότερος των κορυφαίων της Πελοποννησιακής ανταρσίας». Ο Γκρίτζαλης, ο οποίος ανέλαβε θαρραλέα όλες τις ευθύνες της ανταρσίας, καταδικάστηκε σε θάνατο. Δύο ώρες μετά την καταδίκη του, εκτελέστηκε με τουφεκισμό στις 19-9-1834. Αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια και φώναξε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα: «Αδέλφια, άδικα πεθαίνω. Γύρεψα τα δίκια των Ελλήνων».
Το στρατοδικείο καταδίκασε επίσης σε θάνατο τον Μητροπέτροβα και τον Τζαμαλή. Μόνον η ποινή του Μητροπέτροβα δεν εκτελέστηκε «ως υπέργηρου και αγωνισθέντος υπέρ πατρίδος» και μετατράπηκε σε ισόβια φυλάκιση.
Στη γυναίκα του Γιαννάκη Γκρίτζαλη δεν επέτρεψαν να πάρει το σώμα του νεκρού ήρωα, από φόβο μήπως κατά την ταφή προκληθούν μεγαλύτερες ταραχές. Η τραγική γυναίκα μάζεψε τα μυαλά του νεκρού άντρα της, που είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι και στη συνέχεια κέρασε, σύμφωνα με το έθιμο, το εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο Όθων μαθαίνοντας αργότερα την αλήθεια, αναγνώρισε το λάθος του και έστειλε στο Πάνω Ψάρι, στην γενέτειρα του ήρωα μια καμπάνα για το καμπαναριό της εκκλησίας που αναγράφεται “Όθων Βασιλεύς των Ελλήνων”. Η εκκλησία αυτή έχει φτιαχτεί από τους Ψαραίους, τον αδελφό του Γιαννάκη, Δημήτρη και το γιο του Γιαννάκη το Δημήτρη. Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο και υπάρχει και σήμερα, στο προαύλιο της οποίας κάθε χρόνο το Σεπτέμβριο, τελούνται εκδηλώσεις μνήμης για την Μεσσηνιακή Επανάσταση και κατάθεση στεφάνων στο σπίτι του Ήρωα μας.
Προτομές του Γιαννάκη Γκρίτζαλη υπάρχουν στο Ψάρι, στην Κυπαρισσία όπου και εκτελέστηκε και στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.
Η συμβολή του Γιαννάκη Γκρίτζαλη στον αγώνα της απελευθέρωσης είναι μεγάλη, ωστόσο το όνομά του δεν έχει πάρει στην ιστορία τη θέση που του αξίζει (όσον αφορά τη διδασκόμενη στα σχολεία ιστορία), γιατί: α) η Μεσσηνιακή Επανάσταση, που επιστέγασε και σηματοδότησε τη δράση και τους αγώνες του Γκρίτζαλη, συνοδεύτηκε από ανθρωποθυσίες, τόσο του ιδίου όσο και του Αναστάση Τζαμαλή. Θα έπρεπε επομένως κάποιοι να απολογηθούν ή και να λογοδοτήσουν γι’ αυτές τις ανθρωποθυσίες και για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, «θάφτηκε» ιστορικά το γεγονός και, κατ’ επέκταση, η γενικότερη προσφορά του Γκρίτζαλη.
β) τα κοινωνικά αιτήματα, έχουν διάρκεια στο χρόνο και παρουσιάζουν επανάληψη και ωφέλιμο είναι – από κάθε μορφής κρατούντες σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης – να παραβλέπεται ή και να αποσιωπάται πλήρως η διεκδίκησή τους και κατ’ επέκταση, να υποβαθμίζονται οι πρωτοστατούντες διεκδικητές.
γ) ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ήταν περισσότερο του δέοντος «άτακτος» αφού δεν φρόντισε να επωφεληθεί και να εξαργυρώσει τους αγώνες του με Εθνικές Γαίες (τα παλιά τσιφλίκια των Πασάδων), όπως έκαναν πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί. Και οι «άτακτοι», όπως κι όσοι ενοχλούν, καλόν είναι να …φρονηματίζονται, προς παραδειγματισμό, ή και να εξοντώνονται. Ας σημειωθεί ότι ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, είναι ο πρώτος Έλληνας που καταδικάστηκε σε θάνατο, με συνοπτικές διαδικασίες, από έκτακτο στρατοδικείο και εκτελέστηκε. Μια ακόμη θλιβερή πρωτιά του ανδρός.
δ) ως γνωστό η ιστορία γράφεται από τους νικητές κι ο Γκρίτζαλης, με βάση «το τελευταίο εκβάν» καταχωρήθηκε στην κατηγορία των ηττημένων.
ε) όπως γράφει ο Εμμανουήλ Ροΐδης: «εις τούτον τον τόπον ουδεμία πράξις φιλοπατρίας δεν έμεινεν ατιμώρητος».
Ο αγώνας του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και των παλληκαριών του δίνει το δίδαγμα σε όλους μας και ειδικά στη νέα γενιά ότι η θυσία αποτελεί επιταγή των γενναίων και πως η ήττα ορισμένες φορές αποτελεί ηθική νίκη και ορισμένοι άνθρωποι πεθαίνουν για να ξαναγεννηθούν. Επίσης η ελευθερία δεν έρχεται μόνη της αλλά κατακτιέται με αγώνες, αίμα, με αρετή και τόλμη. Ο Γκρίτζαλης υπήρξε γέννημα μιας αλυσίδας ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων και θύμα μιας αλυσίδας προσωπικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Τέλος ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης και ο Μητροπέτροβας δεν ήταν επαναστάτες χωρίς αιτία, γιατί σύμφωνα με την παρακαταθήκη που μας άφησε η αρχαιοελληνική γραμματεία: «Αισχρόν εστί σιγάν της Ελλάδος πάσης αδικουμένης».

Ήρωα μας.

Στο εγκαταλελειμμένο τώρα Πάνω Ψάρι υπάρχει ακόμα το ερειπωμένο σπίτι που γεννήθηκε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης.
Με μέριμνα του Δήμου Οιχαλίας και των τοπικών συλλόγων κάποτε πρέπει να ανακαινιστεί και να χρησιμεύσει σαν μουσείο της τοπικής Ιστορίας τιμώντας τον Αγώνα για Ελευθερία και Κοινωνική Δικαιοσύνη. Η χρηματοδότηση, εάν τελικά απαιτηθεί μπορεί να γίνει και από το Κράτος, ύστερα από κατάλληλη προβολή της ιερής αυτής υποχρέωσης.

Από το anodorio.blogspot.gr

Του Κου Ανδριόπουλου Γιάννη απο το υλικό που του διέθεσε ο κος Γιαννάκης Γκρίτζαλης.

Μάρκος Ντάρας

Γεννήθηκε στο Ψάρι στις 12 Δεκεμβρίου 1700.

Ήταν άντρας ψηλός και ωραίος, μελαχρινός με μακριά μαλλιά και “μύστακα επιμήκη”. Πάντοτε “εφόρει λαμπράν χρυσοποίκιλτον εκ μελανός βελούδου ενδυμασίαν έφερε δε πανοπλία κεχρυσωμένην”.

Από το 1720 μέχρι το 1745 διετέλεσε κλεφταρχηγός ή ανεξάρτητος αρματωλώς και ήγείτο άλλοτε 80-150 και άλλοτε 200-300 εκλεκτών παλληκαριών Αρκαδίων, και είχε ως αρματωλίτικη σημαία την εικόνα του Αγίου Γεωργίου με την επιγραφή “Προστάτης των Χριστιανών Πελλοπονήσου, άσπονδος εχθρός και διώκτης των Τούρκων και Τουρκαλβανών”. Προκαλούσε τρομερές λεηλασίες και σφαγές στους Τούρκους και στους Αλβανούς και εκείνοι τον έτρεμαν. Υπήρξε ένας από τους διασημότερους διασημότερους κλεφτοκαπεταναίους του Μωριά αναγνωρισμένος γενικός αρχηγός όλων των κλεφτών του Μωριά. Η δράση του και τα κατορθώματα του μπορουν να συγκριθούν μόνο με όσα κατάφεραν οι Μωραίτες κατά την διάρκεια της επανάστασης.

Οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι δεν θα τα βγάλουν πέρα με τον Ντάρα , ό οποίος τους κατέσφαζε σε κάθε μάχη, και για αυτό το λόγο προχωρήσανε σε σχέδιο εξόντωσης του Μάρκου και των δικών του, Μήτρο Πυθυμούντα  , Δήμο Κολοκοτρώνη, Ιωάννη Μαντά και Μήτρο Περίβολο. Βρήκαν λοιπόν ένα Βούλγαρο στην καταγωγή, τον Τσέλιο Κριτσέβα, ο οποίος υπηρετούσε στην φρουρά του Σαραγιού στην Τριπολιτσά, και σκότωσε για τα μάτια μιας Τουρκοπούλας ένα Τούρκο αξιωματικό της φρουράς. Του πρότειναν ή να γίνει προδότης ή θα τον σκοτώσουν. Δήθεν λοιπόν διέφυγε από το δεσμωτήριο και κατέφυγε στον νταιφά του Μάρκου που λημέριαζε σε μια ρεματιά του περίφημου λόγγου του χωριού Κόκλα. Ο Ντάρας και οι άλλοι τον πίστεψαν και τον κράτησαν κοντά τους ως υποτακτικό τους, αλλά η παγίδα είχε ήδη στηθεί. Ο Κριτσέβας θα τους οδηγήσει στη χωσιά που είχαν στήσει οι Τούρκοι στο χωριό Δραγουμάνου της Ολυμπίας, χωρίς να αντιληφθεί ο Μάρκος με τους Καπεταναίους τους το παραμικρό. Η μάχη που δόθηκε ήταν λυσσαλέα ,οι Τούρκοι υπεράριθμοι και για αυτό οι κλέφτες τράβηξαν τα σπαθιά τους για να ξεφύγουν. Η μάχη έγινε σώμα με σώμα και κατέληξε υπέρ των Τούρκων που ήταν περισσότεροι. Οι κλέφτες πολεμώντας γενναία διέσχισαν τις γραμμές των Τούρκων πληρώνοντας όμως βαρύτατο φόρο αίματος. Από τους εκατόν είκοσι που αποτελούσαν τον νταιφά του Μάρκου, γλύτωσαν μόνο σαράντα πέντε με τον Ντάρα επικεφαλής. Όλοι οι άλλοι ήταν νεκροί ή αιχμάλωτοι μετξύ των οποίων και οι Μήτρος Πυθυμούντας  , Δήμος Κολοκοτρώνης, Ιωάννης Μαντάς και Μήτρος Περίβολος.

Φυσικά ο Κριτσέβας  έφυγε με τους Τούρκους ,με τα κεφάλια των κλεφτών στα σακιά , για την Τριπολιτσά όπου του ετοίμασαν πανηγύρι για να τον τιμήσουν και ο Μώρα Βαλεσής Σουλειμάν Πασάς το αντάμειψε με λεφτά και βαθμούς. Αφού τελείωσαν οι γιορτές ζήτησε να φύγει από τον Μωριά και του έδωσαν φρουρά τριάντα Τουρκαλβανών για να τον συνοδέψουν στο Ναύπλιο για να φύγει με καράβι στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ντάρας με τους τρομερούς Ντρέδες του τους έστησαν χωσιά στον Αχλαδόκαμπο και τους περικυκλώνουν σε ένα χάνι που είχαν σταματήσει. Η φρουρά του Κριτσέβα παρέδωσε τα όπλα της αλλά πέρασαν όλοι από τα γιαταγάνια των Ελλήνων ενώ ο Ντάρας κόβει σε κομμάτια τον προδότη Κριτσέβα. Κατόπιν τους έκοψαν τα κεφάλια και αφού τα φόρτωσαν σε μουλάρι τα έστειλαν πεσκέσι στον Μώρα Βαλεσή μαζί με ιδιόχειρη επιστολή που έγραψε ο Ντάρας.

” Σουλειμάν πασά Βαλή του Μορέως. Σου γράφω πως εγώ έπιασα και έσφαξα τον άτιμο προδότη σου Βούλγαρο Τσέλιο Κριτσέβα και τους Αρβανίτες στρατιώτες σου.

Να μάθεις λοιπόν πως και εσύ και οι λοιποί ομόθρησκοί σου Μπέηδες και Αγάδες του Μωρέως να πάψετε πλια να μας κυνηγάτε και να μας σκοτώνετε, γιατί αλλιώς να καρτερείτε όλοι τέτοιον θάνατο όπως του άτιμου Κριτσέβα και των Τουρκαλβανών σου.

Άκουσε όλα αυτά που σήμερα σου γράφω, γιατί ύστερα και εσύ και οι Μπέηδες και Αγάδες και οι Αρβανίτες σας θα το μετανιώσετε. Είναι η ώρα έως τρείς μετά το μεσημέρι και εγώ με τους Ντρέδες μου φεύγω από εδώ και πηγαίνω να κάνω λημέρι σε κανένα άλλο μέρος του Μοριά.

Από το χωριό Αχλαδόκαμπος στις 20 του μηνός Ιουλίου του έτους 1740. Ο άσπονδος εχθρός σου και των λοιπών Μπέηδων, Αγάδων και Αρβανιτών.

Μάρκος Ντάρας Αρκαδινός Αρματολός”

Δολοφονήθηκε απο προδοσία ενός Αλβανού Γιόγκα ή Γκόγκα ,στον ύπνο του, στο Ίσαρι της επαρχίας Φαναρίου (Ολυμπία) στις 20 Ιουνίου 1745 ενώ ήταν κλινήρης απο τραύμα στο αριστερό του πόδι , στο σπίτι του εμπειρικού Ιατρού  Παναγιώτη Τρουβέλη .Στην στιγμή ο Γιόγκας ή Γκόκας σκότωσε τον Ντάρα, έκοψε το κεφάλι του και έφυγε κρυφά για την Τριπολιτσά. Στις 24 Ιουνίου καταφθάνει στην Τριπολιτσά ο απεσταλμένος του Σουλτάνου, Καραμάν Πασάς,  με φιρμάνι του Σουλτάνου όπου ζητούσε από τον Ντάρα να τον πάρει στην φρουρά του στο παλάτι, ή δυνοντάς του ότι ζητούσε φθάνει να ησύχαζε. Φυσικά ήταν αργά και το μόνο που έκανε ήταν να πάρει το ταριχευμένο κεφάλι του Ντάρα και το πήγε στον Σουλτάνο.

Τον Αλβανό Γιόγκα τον συνέλαβε ο ονομαστός Αναγνώστης Λιπετσιώτης και κατακρεουργήθει ανηλεώς στις 10 Μαρτίου 1746 στο Καμάρι της Τριπολιτσάς ή στο Ίσαρι.

Η ανδρεία του ,η τόλμη του ,η ορμητικότητα του στις μάχες ,η πολεμική σκέψη του, η επιδεξιότητα του στην σκοποβολή και πολλά άλλα είναι ορισμένα απο τα χαρακτηριστικά του ήρωα αυτού. Μάλλον ήταν ο επιφανέστατος αρματολός όλων των κλεφτών και αρματολών της Πελοποννήσου εφάμιλλος του Θ. Κολοκοτρώνη.

Το κεφάλι του το έστησαν σε μία πύλη του ανακτόρου του Σουλτάνου ως ένδειξη θριάμβου της Σουλτανικής κυριαρχίας.

“Ο Μάρκος Ντάρας απο την Αρκαδιά, όπου ήταν ξακουσμένος εις όλο το Μωριά είχε παλληκάρια διαλεχτά όλο Ντρέδας Αρκαδινούς που πολεμούσανε σαν τα λεοντάρια τα δυνατά.

Ο Ντάρας ήταν παλληκάρι ξακουστό περήφανος αρματολός μέρα νύχτα έκανε πόλεμο δυνατό με Τούρκους και Αρβανίτες τους νικούσε και τους έσφαζε σαν τα τραγιά.

Όταν ο Ντάρας διαβαίνει εκεί βογγούν οι κάμποι και τα βουνά. Άιντε Ντάρα μου ξακουσμένε μου, που στους κάμπους, που σταις χώραις μπαίνεις Τούρκους και Αρβανίτες ποτέ σου δεν φοβιέσαι  ”

Πηγές

Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειαι

΄Δημήτριος Αθανασόπουλος , Οι Αδικημένοι της Ιστορίας.

Αλέξης Ντάρας

Γιος του Μάρκου, που αφού γλύτωσε από τον ξολοθρεμό της οικογένειας του, ανατράφηκε από το θείο του Στάθη Ντάρα, αδελφό του πατέρα του. Μέσα του όμως έκαιγε η φλόγα της εκδίκησης κατά των Τούρκων και παρά την προσπάθεια του θείου του να μη βγει κλέφτης, oι Τούρκοι τον ανάγκασαν με την κτηνώδη συμπεριφορά τους να βγει νωρίς κλέφτης και ανέπτυξε σημαντική δράση, από το έτος 1760 μέχρι το έτος 1785 και έφτασε σε δόξα τον πατέρα του, όπως τη διαλαλούν τα δημοτικά τραγούδια που σώζονται, αλλά και η ζωντανή τοπική παράδοση που είναι έντονη μέχρι σήμερα.
Έλαβε μέρος στην επανάσταση του Ορλώφ το 1769. Επίσης στη μάχη των Τρικόρφων, το 1779, όπως προκύπτει από επιστολή, την οποία έστειλαν οι κλεφτοκαπεταναίοι, από τα Τρίκορφα στους Αλβανούς της Τριπολιτσάς, υπογράφει σαν συναρχηγός των Κλεφτών μαζί με τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη. Έλαβε επίσης μέρος στη μάχη της Κανστάνιτζας όπου διασώθηκε και συνέχισε τη δράση του σε πολλές μάχες που είχε με τους Τούρκους τους οποίους είχε κατατρομάξει και τους προξένησε πολλές φορές μεγάλες απώλειες.
Σκοτώθηκε το 1785 σε μάχη με Τούρκους κάπου έξω από την Κυπαρισσία και όπως η παράδοση και η κατόπιν γενόμενη έρευνα από πολλούς Ιστορικούς, όπως αναφέρει ο Κ. Αντωνόπουλος, ότι το κεφάλι του το πήραν οι συμπολεμιστές του και το ενταφίασαν στον πλάτανο στη βρύση, σ’ ένα χωριό των Κοντουβουνίων το οποίο έκτοτε πήρε το όνομά του, Ντάρα.
Ο Γρηγοριάδης αναφέρει ότι, σκοτώθηκε σε μάχη που έλαβε χώρα στη Γαράτζα, δεν ενισχύεται η άποψη αυτή από άλλα στοιχεία, αλλά αληθοφανέστερη είναι η παραπάνω αυτή εκδοχή, όπως την διασώζει η τοπική παράδοση, ότι σκοτώθηκε έξω από την Κυπαρισσία.

Πηγή: Το βιβλίο του Παναγιώτη Λαμπρόπουλου, Ντρέδες – Τα παλληκάρια του Μωρηά (1980)

Αντώνης Ντάρας

Θρυλικός αρχηγός σώματος Ντρέδων κατά την επανάσταση και μέλος της Φιλικής Εταιρείας προ αυτής. Είχε εξαιρετική δράση κατά την επανάσταση και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες όπου διακρίθηκε για την γενναιότητά του, κυρίως για τη σωφροσύνη του. Ήταν ο Νέστορας των Ντρέδων. Πρώτος αυτός ηγήθηκε σώματος 150 Ντρέδων μαζί με τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, από τις 23 Μαρτίου του 1821 και εγκαταστάθηκαν αυτόβουλα στη θέση Κακόρεμα, έξω από την Κυπαρισσία για να προστατεύσουν τους Έλληνες της Κυπαρισσίας από τυχόν σφαγές ή ομηρίες, που ετοίμαζαν οι Τούρκοι εν όψει της αναχώρησής τους, όπως ιστορεί ο Φραντζής, χωρίς όμως να τονίζει την πρωτοβουλία τους και την προσφορά τους στη δύσκολη αυτή ώρα για την Κυπαρισσία. Πριν την επανάσταση οι Ντρέδες είχαν μόνοι τους αναλάβει πρωτοβουλίες για δράση. Ανιδιοτελής, σώφρονας και γενναίος όπως ήταν, δεν δίστασε να προσφέρει την αρχηγία των Ντρέδων του χωριού Ψάρι στο συμπολεμιστή του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, καίτοι του προτάθηκε από τον Κολοκοτρώνη, επειδή ο Γκρίτζαλης ήταν και ορμητικότερος, αλλά και “σπουδασμένος” στην Κωνσταντινούπολη πολλά χρόνια μετά το διωγμό των κλεφτών. Ο Αντώνης Ντάρας διακρίθηκε σε όλες τις μάχες του Αγώνα σαν επικεφαλής ανεξάρτητου σώματος Ψαραίων Ντρέδων, έδειξε γενναιότητα, ανιδιοτέλεια και σωφροσύνη μεγάλη, και έζησε πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Πέθανε σε βαθύ γήρας από φυσικό θάνατο στο Ψάρι, όπου έχαιρε της γενικής εκτίμησης όλων των Ντρέδων αγωνιστών που παρακολούθησαν την κηδεία του από όλα τα χωριά.

Πηγή: Το βιβλίο του Παναγιώτη Λαμπρόπουλου, Ντρέδες – Τα παλληκάρια του Μωρηά (1980)

Η ίδρυση του Δήμου Δωρίου

Ο Δήμος έλαβε νομική υπόσταση με Β.Δ. της 9 Απριλίου 1835, με την πρώτη προσπάθεια εσωτερικής οργάνωσης του νεοσύστατου Κράτους. Ανήκε στην επαρχία Τριφυλίας και το Νομό Μεσσηνίας που τότε είχαν κοινή πρωτεύουσα την Κυπαρισσία, μέχρι το 1845. Πήρε την ονομασία του, από την Αρχαία Ιστορία, στην προσπάθεια σύνδεσης της νεοαπελευθερωμένης Πατρίδας με το ένδοξο παρελθόν της, χωρίς να υπάρχουν τότε επαρκείς γνώσεις για την γεωγραφική συσχέτιση των τοπωνυμίων.
Αρχικά ο Δήμος Δωρίου περιελάμβανε το Σουλιμά, έδρα του Δήμου, το Βλάκα (Χρυσοχώρι), το Πάπι, το Πιτσά, το Ρίπεσι, την Αγριλιά, το Κούβελα και το Λιόπεσι (Μαυρομμάτι) με σύνολο 2433 κατοίκους. Με το ίδιο Β.Δ. συστάθηκε και ο Δήμος Ηλεκτρίδος, με έδρα το Ψάρι και τα χωριά Κλιέσουρα, Ξύρτζι, Διμάνδρα, Κατσούρα με 1245 κατοίκους. Στο Δήμο Ηλεκτρίδος, που αργότερα έγινε Δήμος Ηλέκτρας, αναφέρεται ότι περιλαμβάνονταν και τα χωριά Χαλκιά, Αγ. Ιωάννης (κάτω Κοπανάκι), Κοπανάκι καθώς και οι εγκαταλειφθέντες πλέον οικισμοί Γουβαλάρια, Ράχη Τσώρη, Άγιος Αθανάσιος (Τακαίϊκα), Μπιζό, Αποσταμένου, Σουλινάρι, Τραγανές, Ζουρμπάτα, Κατωμέρι Μπράχος – Μπάφι.
Με Β.Δ. της 1 Σεπτεμβρίου 1840 ο Δήμος Ηλέκτρας εντάχθηκε στο Δήμο Δωρίου, με έδρα το Σουλιμά (σύνολο κατοίκων 3457). Με το ίδιο Β.Δ. τα χωριά Πιτσά, Ρίπεσι και Αγριλιά προσαρτήθηκαν στο Δήμο Αυλώνας (έδρα Σιδηρόκαστρο). Με Β.Δ. 4 Νοεμβρίου 1876 τμήμα του Δήμου Δωρίου αποτέλεσε τον ανασυσταθέντα Δήμο Ηλέκτρας, με έδρα το Ψάρι. Με Β.Δ. 12 Αυγούστου 1892 συγχωνεύτηκαν και πάλι ο Δήμος Δωρίου και ο Δήμος Ηλέκτρας με έδρα το Σουλιμά. Με Β.Δ. 29 Νοεμβρίου 1906 η έδρα του Δήμου Δωρίου μεταφέρθηκε στο Ψάρι.
Οι παραπάνω αλλεπάλληλες μετατροπές μεταξύ των Δήμων Δωρίου και Ηλέκτρας, ενδεικτικές των έντονων τοπικών αντιζηλιών και ευκαιριακών πολιτικών παρεμβάσεων, σταμάτησαν οριστικά με το Β.Δ. της 31 Αυγούστου 1912 (ΦΕΚ 262|1912), με το οποίο καταργήθηκαν οι περιφερειακοί Δήμοι και ίσχυσε ο θεσμός των κοινοτήτων. Έτσι προέκυψαν στην περιοχή μας οι ακόλουθες νέες κοινότητες, στα αντίστοιχα χωριά:

  • Άνω Σουλιμά Μετονομάζεται σε Άνω Δώριο (ΦΕΚ 306|1927)
  • Κάτω Σουλιμά Μετονομάζεται σε Δώριο με το ΦΕΚ 65|1924. Περιλαμβάνει και τους οικισμούς Αγ. Γεωργίου, Αγ. Αθανασίου (Τακαίϊκα) , Αγ. Πέτρου (Γουβαλαρίων), Ελαιοχωρίου (Ράχη Τσώρη), Πεύκης (Κατσαμπανεϊκα), Πυργάκι (Ράχη Σκέφερη) και Τραγάνας. Σημείωση: Οι ανωτέρω οικισμοί, πλην Δωρίου, αποτέλεσαν ιδιαίτερη κοινότητα, με έδρα τον Άγ. Γεώργιο, από 23 Σεπτεμβρίου 1927 έως 21 Σεπτεμβρίου 1939.
  • Κούβελα Με τους οικισμούς Λιόπεσι (Μαυρομάτι) και Μπιζό (Κυψέλη)
  • Χαλκια
  • Χρυσοχώρι (πρώην Βλάκα, Μετονομασία με το ΦΕΚ 16|1907)
  • Ψάρι με τους οικισμούς Άνω Ψάρι Κατωμέρι Κολιότσι (Αγ. Νικόλαος)
  • Κλιέσουρα (Αμφιθέα)
  • Κατσούρα (Άνω βασιλικό) από αυτό προέκυψε η κοινότητα Κάτω Βασιλικού με διάταγμα της 4-7-1929
  • Βυδίσοβα Μετονομάστηκε σε Δροσοπηγή το 1928. Από αυτή προέκυψε η κοινότητα Κόκλας, με διάταγμα της 2-8-1933
  • Μποντιά μετονομάστηκε σε κοινότητα Μάλθης το 1927 με την έναρξη των ανασκαφών στο Αρχαίο Δώριο.

Οι τελευταίες δύο κοινότητες, Βυδίσοβα και Μποντιά, προέκυψαν επίσης το 1912 με την κατάργηση του Δήμου Αετού, όπου ανήκαν αρχικά. Οι παραπάνω δέκα (10) κοινότητες εξακολούθησαν να υπάρχουν, παρά τη δραματική μεταπολεμική μείωση των κατοίκων τους, μέχρι και την 1 Ιανουαρίου 1999, που όλες μαζί αποτέλεσαν τον επανασυνταχθέντα Δήμο Δωρίου, με πρωτεύουσα το Δώριο, στο πλαίσιο του νόμου αναδιάρθρωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 1 (Νόμος 2539|1997 ΦΕΚ 224Α|1995).

Πολίτης Δημοσθένης του Γεωργίου

195

Γεννήθηκε το 1916 στο Ψάρι Μεσσηνίας.

Εισήλθε στη Σχολή Αεροπορίας τον Σεπτέμβριο του 1936 και αποφοίτησε τον Αύγουστο του 1939 με τον βαθμό του Ανθυποσμηναγού και πτυχίο χειριστή.

Κατά την περίοδο της κατοχής πήγε στη Μέση Ανατολή και πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα.

Σκοτώθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1948 κατά την εκτέλεση πολεμικής αποστολής αναγνωρίσεως στο Αιγαίο, όταν το αεροσκάφος Oxford, στο οποίο επέβαινε μαζί με τους Αντισμήναρχο Μητραλέξη Μαρίνο και Επισμηναγό Γαλανάκο Δημήτριο, κατέπεσε λόγω βλάβης του ενός κινητήρα στη θάλασσα κοντά στην Τήνο και βυθίστηκε.

Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος

images2

Ο Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος του Γεωργίου (10 Φεβρουαρίου 191916 Οκτωβρίου 2014), ήταν Έλληνας πολιτικός, ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, και αξιωματικός εν αποστρατεία (συνταγματάρχης του Στρατού Ξηράς). Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας, καθώς και αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου.

Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1919 στο Ψάρι της Μεσσηνίας και προέρχεται από οικογένεια με στρατιωτική παράδοση.

Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1939 ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού, αλλά πολέμησε στην πρώτη γραμμή ως διοικητής λόχου Πεζικού στο Αλβανικό Μέτωπο το 1940-1941[1], συμμετέχοντας στην απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Κατά την Κατοχή διέφυγε στη Μέση Ανατολή όπου υπηρέτησε στις μάχιμες μονάδες του Ελληνικού Στρατού. Μετά το 1945 συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία του Στρατού στo Ινστιτούτο Γούλιτς (Woolwich) της Μεγάλης Βρετανίας.

Yπήρξε διοικητής διάφορων Μονάδων του Στρατού, καθηγητής της Σχολής Ευελπίδων, και παράλληλα ειδικός σύμβουλος στο τότε Υπουργείο Συντονισμού.[1] Τελικά παραιτήθηκε από το στρατό με το βαθμό του Συνταγματάρχη (ΜΧ) και πολιτεύτηκε με την Ένωση Κέντρου στη Μεσσηνία όπου εξελέγη βουλευτής το 1963 και 1964. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση συμμετέχοντας στην συλλογική ηγεσία της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΔΑ (Εθνικό Κίνημα Δημοκρατικής Αντίστασης).

Το καλοκαίρι του 1967 φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Σύρο. Μετά από σύντομη αποφυλάκιση κρατήθηκε εκ νέου στις φυλακές και εξορίστηκε από το 1968 μέχρι το 1971, οπότε ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΚ (Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα) στην Ελλάδα. Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στα οποία είχε ενεργό συμμετοχή, συνελήφθη και βασανίστηκε στην Ε.Σ.Α. απ’ όπου μεταφέρθηκε στη Γυάρο μέχρι την πτώση της δικτατορίας.

Το 1974 μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και άλλα στελέχη του κινήματος ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, του οποίου διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος (1977-1981) και μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου (1977-1985). Ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος κατείχε το αξίωμα του Υπουργού Εξωτερικών από το 1981 μέχρι το 1985, ήταν Αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης από το 1985 μέχρι τον Ιούλιο 1989, ενώ από τον Απρίλιο του 1986 ως τον Ιούλιο του 1989 ήταν ταυτόχρονα και Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Κατά την δεύτερη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (1985-1989), ήρθε κάποιες φορές αντιμέτωπος με τον έτερο Αντιπρόεδρο, Μένιο Κουτσόγιωργα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναθέσει την εποπτεία του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) στον πρώην συνταγματάρχη Χαραλαμπόπουλο, και την εποπτεία του Κυβερνητικού Συμβουλίου (ΚΥΣΥΜ, η σημερινή Κυβερνητική Επιτροπή) στον Κουτσόγιωργα.

Αν και προερχόταν από τον κεντρώο χώρο, εξελίχθηκε σε ένα από τα αριστερά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, και ήδη από την περίοδο του αγώνα εναντίον της Χούντας είχε αναπτύξει σχέσεις με σοσιαλιστικά και εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα σε διάφορες χώρες: μάλιστα ο τουρκικός Τύπος τον είχε κατηγορήσει ότι ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας βοηθούσε με όπλα τους αντάρτες Κούρδους του PKK.[2]

Το 1993 το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην κυβέρνηση αλλά πλέον ο Χαραλαμπόπουλος ήταν αποστασιοποιημένος από τις κεντρικές επιλογές της ηγεσίας του.[3]

Τον Ιανουάριο του 1996 και μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου από το αξίωμά του πρωθυπουργού, έθεσε υποψηφιότητα για την ανάδειξη νέου πρωθυπουργού, που θα εξέλεγε η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Δεν κατάφερε να εκλεγεί με αντιπάλους τους Κώστα Σημίτη, Άκη Τσοχατζόπουλο και Γεράσιμο Αρσένη (εξελέγη ο πρώτος).

Ήταν παντρεμένος με την Άγα Χαραλαμπoπουλου, πρώην πρόεδρο της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας. Ήταν πατέρας δύο παιδιών του Γιώργου – Ερνέστου, πρώην βουλευτή του ΠΑΣΟΚ στη Β’ Αθηνών και δικηγόρου, και του Χάρη Χαραλαμπόπουλου.

Πέθανε στις 16 Οκτωβρίου 2014.[

Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος

images

O Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος (191910 Νοεμβρίου 2000) ήταν δικηγόρος και καθηγητής, υπουργός, διορισμένος και πρωθυπουργός της Ελλάδας, από το δικτατορικό καθεστώς του Ιωαννίδη το 1973-1974.

Γεννήθηκε στο Ψάρι Τριφυλίας και σπούδασε στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Σικάγου. Έγινε Υπουργός Οικονομικών (1967-71) στην Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967 και Εσωτερικών (1971-73) επί δικτατορίας (Κυβέρνηση Γεώργιου Παπαδόπουλου 1967). Όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Σπύρος Μαρκεζίνης ανατράπηκαν από το πραξικόπημα Ιωαννίδη τον Νοέμβριο 1973, διορίστηκε από την νέα Χούντα του Ιωαννίδη Πρωθυπουργός και Υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών, μέχρι τη Μεταπολίτευση (1974), σχηματίζοντας την Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου

Μεσσήνιοι πεσόντες 1940
Επιστολές του Γιαννάκη Γκρίτζαλη
Αιτήσεις απονομής αριστείων , Πιστοποιητικά συμμετοχής στην επανάσταση, Σιδηρούν αριστεία.

Αιτήσεις απονομής αριστείων πρός τον Δήμαρχο Ηλέκτριδος Δήμου Δωρίου του έτους 1839, Πιστοποιητικά συμμετοχής στην επανάσταση, Σιδηρούν αριστεία.

Πηγή : Γενικά Αρχεία του Κράτους

Αίτηση απονομής αριστείου Χρήστου Βόγκα

Αίτηση απονομής αριστείου Χαράλαμπου Αλεβηζόπουλου

Αίτηση απονομής αριστείου Σπύρου Γιαννοπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Παύλου Μπούσιου

Αίτηση απονομής αριστείου Πάνου Μήτρου

Αίτηση απονομής αριστείου Λυμπέριου Στάϊκου

Αίτηση απονομής αριστείου Παναγιώτη Γκινόπουλου

Αίτηση απονομής αριστείου Παναγιώτη Πετροπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Πανάγου Κωνσταντόπουλου

Αίτηση απονομής αριστείου Πάνου Αθανασίου

Αίτηση απονομής αριστείου Λυμπέριου Ντρούτζα

Αίτηση απονομής αριστείου Ιωάννη Πολίτη

Αίτηση απονομής αριστείου Ιωάννη Μούτζιου_1

Αίτηση απονομής αριστείου ιερέα Ιωάννη Ντουλμάνη

Αίτηση απονομής αριστείου Ηλία Αναστασοπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Γεωργίου Πετροπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Ανδρέα Γεωργακοπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Ανδρέα Δάρα

Αίτηση απονομής αριστείου Δημητρίου Γεωργακοπούλου

Αίτηση απονομής αριστείου Δημήτριου Κούκου

Αίτηση απονομής αριστείου Αποστόλη Συρράκου

Αίτηση απονομής αριστείου Γεωργίου Δρε

Αίτηση απονομής αριστείου Δήμου Κατζηκάρη

Αίτηση απονομής αριστείου Δήμου Μέρμηγκα

Αίτηση απονομής αριστείου Γεωργίου Παππαϊωάννου Καρά

Αίτηση απονομής αριστείου Αλεξίου Μούτζιου

Αίτηση απονομής αριστείου Αναγνώστη Παπαδοπούλου

Πιστοποιητικό Αλέξιου Μούτζιου

Πιστοποιητικό Αναγνώστη Παναγιώτη Πετροπούλου

Πιστοποιητικό Αναγνώστη παππά Ιωάννου Τολμάνου

Πιστοποιητικό Γεώργιου Δρέ

Πιστοποιητικό Γεωργίου Πετροπούλου

Πιστοποιητικό Δημήτριου Κούκου

Πιστοποιητικό Δήμου Κατζηκάρη

Πιστοποιητικό Ηλία Αναστασόπουλου

Πιστοποιητικό Ιωάννη Ιερεύ Τουλμάνη

Πιστοποιητικό Ιωάννη Μούτζιου

Πιστοποιητικό Ιωάννη Πολίτη

Πιστοποιητικό Λυμπέριου Ντρούτζα

Πιστοποιητικό Παναγιώτη Γκινόπουλου

Πιστοποιητικό Πανάγου Κωνσταντόπουλου

Πιστοποιητικό Χαράλαμπου Αλεβηζόπουλου

Σιδηρούν αριστείο προς τον Αποστόλη Συρράκο

Σιδηρούν αριστείο προς τον Σπύρου Γιαννοπούλου

Ονόματα Ψαραίων πεσόντων αγωνιστών 1912 - 1941
ΒΑΘΜΟΣ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΤΟΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΗΜΕΡ/ΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΟΝΑΔΑ
Έφεδρος Ανθυπασπιστής Γκρίτζαλης Νκόλαος Ύψωμα 1378 14/7/1913 Εγγονός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη (Με κάθε επιφύλαξη)
Στρατιώτης Γκαρακάνης Πέτρος Υψ.Χασάν-Πασσά 15/7/1913 Θάνατος στην μάχη
Στρατιώτης Βόγγας Αντώνιος Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 6/9/1918 Απεβίωσε εκ πνευμονίας.
Στρατιώτης Ζοργάς Αθανάσιος Α’ Σταρτιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 12/9/1918 Απεβίωσε
Στρατιώτης Νασόπουλος Σωτήριος Μόκρινον Μακεδονίας 16/9/1918 Θάνατος στην μάχη
Στρατιώτης Μέρης Παναγιώτης 1ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 25/8/1918 Απεβίωσε
Στρατιώτης Κατσικάρης Δημήτριος Α’ Σταρτιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 14/10/1918 Απεβίωσε
Στρατιώτης Ντούρος Γεώργιος Ζ’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθήνων 18/10/1918 Απεβίωσε
Λοχίας Μήτσας Γρηγόριος xiva ορεινό χειρουργείον 15/12/1918 Απεβίωσε
Στρατιώτης Μούτσος Ηλίας Στρατιωτικό Νοσοκομείο Καλαμών 19/3/1919 Απεβίωσε
Στρατιώτης Κόλλιας Κωνσταντίνος Β’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 1/6/1920 Απεβίωσε
Στρατιώτης Συρράκος Παναγιώτης Σαγγάριον 19/8/1921 Θάνατος στην μάχη
Δεκανέας Μέρης Δημήτριος Μικρά Ασία 28/8/1921 Θάνατος στην μάχη
Στρατιώτης Συρράκος Αναστάσιος Σαγγάριον 1921-1922 Αγνοούμενος
Δεκανέας Βόγγας Βασίλειος Υψ.Κόσνιτσα (Υψ.1.736) Β/Δ Μοσχοπόλεως 20/12/1940 Θάνατος στην μάχη 30ο Σύνταγμα Πεζικού
Λοχίας Κόλλιας Παναγιώτης Φονεύθηκε στο Μνήμα Γραίας (Κάμια) 12/2/1941 Θάνατος στην μάχη 27ο Σύνταγμα Πεζικού
Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Κούκης Παναγιώτης Φονεύθηκε στο Ανίμπαλι Χανίων (μάχη Κρήτης). 22/5/1941 Θάνατος στην μάχη 2ο ΤΟ
Στρατιώτης Θάνος Ιωάννης Μικρά Ασία ΑΓΝΩΣΤΗ